
Της Άννας Γιαννικάκη
Το γατάκι ήταν… πολύ γκρι. Δεν άφηνε άλλη επιλογή από το να πάρει το όνομα Gray. Γκαστόνε ίσως να της ταίριαζε καλύτερα. Την τυχερή δεκάρα της μοίρας της κρατούσε οξύμωρα μια σπουδαία γυναίκα. Όταν η ζωή έδειχνε στη Gray το σκληρό της πρόσωπο.
Τυφλή, ενός μήνα σχεδόν, βρέθηκε παρατημένη σε αυλή. Φοβισμένη. Ίσως η μαμά γάτα την άφησε εκεί να βρει την τύχη της… όποια κι αν ήταν αυτή.
Η γυναίκα τής παραχώρησε γατόσπιτο στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου. Η τυφλή Gray, στην προσπάθεια της να χαρτογραφήσει από μικρή τους χώρους, έπεσε από τη σκάλα στο κάτω τσιμεντένιο ισόγειο του διπλανού σπιτιού. Ακολούθησαν ακόμη δύο πτώσεις από μεγάλο ύψος, αδιέξοδες συζητήσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας και πολλή στενοχώρια για το δυσοίωνο μέλλον της μικρής γατούλας. Δυσκολευόταν βλέπεις να προσαρμοστεί.
Η μάχη μεταξύ της για πολλούς εύκολης λύσης που ονομάζεται «ευθανασία» και της υιοθεσίας, δεν είχε νικητή για καιρό. Στην τελευταία της πτώση, μια λάθος κτηνιατρική διάγνωση θα την καθιστούσε παράλυτη από τη μέση και κάτω για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Η δεύτερη ιατρική εκτίμηση ήταν διαφορετική: με έγκαιρο χειρουργείο θα αποκτούσε την κινητικότητα της, αλλά είχε ήδη χαθεί πολύς χρόνος. Μα τι διάολο, πόσο άτυχο ήταν πια αυτό το γατί…

«Πολύ» μπορεί να πει κάποιος αλλά όπως ξέρετε, τα ζώα βρίσκουν τον τρόπο τους. Ακόμα κι αν ο συνδυασμός «τυφλό και με αναπηρία» καθιστά πιο δύσκολη την καθημερινότητα.
Η Gray ζει εδώ και επτά χρόνια μια γεμάτη ζωή. Σέρνοντας γρήγορα τα δύο μπροστινά της πόδια, τρέχοντας κιόλας αν μυρίσει πατέ (!) χωρίς να χτυπά πουθενά. Έχει παίξει πολύ, έχει ταξιδέψει πολύ, έχει κουρνιάσει χιλιάδες φορές σε αγκαλιές.
Στριγκλίζει στον γιατρό, γκρινιάρα, ζωηρή και φωνακλού, ρίχνει απτόητη σφαλιάρες όταν εκνευριστεί από τα σκυλιά, γουργουρίζει, παραδίνεται ή αποχωρεί επιδεικτικά. Έχει ιχνηλατίσει κάθε εκατοστό του σπιτιού, με νοημοσύνη, όσφρηση και ακοή οξύτατες, ζει μια φυσική, γατίσια ζωή.
Αυτό κόστισε στη γυναίκα πολλή ενασχόληση, αρκετό άγχος και τρεις φορές τη μέρα μαλάξεις στην κοιλιά για να κάνει η Grey τις φυσικές της ανάγκες.
– Πρέπει να λείψω θα μου την κρατήσεις;
– Και τυφλή και παραπληγική. Και τι σου λέει ότι θα τα βγάλω πέρα;
– θα σου δείξω, θα τα καταφέρεις.
«Πιάνουμε τη Gray από τις μπροστινές μασχάλες με το ένα χέρι και με το άλλο κάνουμε μαλάξεις στην ουροδόχο κύστη και στο έντερο προς τα κάτω.».
Πήγα να το βάλω στα πόδια, αλλά δεν έπρεπε… Είναι φίλη μου και μου εμπιστεύτηκε τη γάτα της.
«Ναι, το έχω» απάντησα. Την κοιτούσα με τόσο θαυμασμό και δέος αυτή τη γυναίκα που μου ενεργοποίησε αυτόματα το Ηθικό και το Χρέος.
Τις επόμενες δύο μέρες δεν καταφέραμε τίποτα. Δύο άνθρωποι, ο ένας να κρατά τη Gray, o άλλος να την «αρμέγει».
– Μα που είναι η κύστη; Δεν τη βρίσκω!
– Βρες την, τσάκισα τη μέση μου
– Ούτε το έντερο βρίσκω!
– Την αφήνω, τέλος!
– Όχι, μη! Κατουράει, ζήτωωωω!
– Το παπούτσι μου κατουράει… την ουρά της κατουράει…
Με λουμπάγκο, αρκετά ατυχήματα σε παντόφλες, τρεις φορές τη μέρα, δύο άνθρωποι πάσχιζαν να ανέβουν ακόμα ένα λέβελ στη φιλοζωία τους. Κι αναρωτήθηκαν πολλές φορές «πώς τα καταφέρνει μόνη επί επτά χρόνια;».
Μας πήρε μέρες να βρούμε τα κουμπιά της Gray. Κι ένα βράδυ μετά την τουαλέτα της, κάθισα κατάκοπη στην πολυθρόνα μου και την κοιτούσα. Τα μάτια της μια θολή κουρτίνα γκρι. Τη φώναξα. Σύρθηκε με τα δύο μπροστινά της ποδαράκια και κούρνιασε στις παντόφλες μου. Την πήρα αγκαλιά και είδαμε κάμποσα επεισόδια σε μια σειρά. Το επόμενο βράδυ την κοιτούσα έντονα πάλι μα δεν τη φώναξα. Σήκωσε το κεφάλι, με μύρισε και μου άπλωσε τα πόδια να την πάρω πάλι αγκαλιά. Αυτό το λίγο που μείναμε μαζί – στη σιωπή – έγινε ρουτίνα. Απλά με μύριζε όπου κι αν ήμουν κι ερχόταν. Έκλαψα.
Όλοι οι φίλοι των ζώων ανεβαίνουν την πυραμίδα. Στη βάση, όλοι όσοι αγοράσαμε από κλουβί ή εκτροφέα ράτσας, λευκό και μακρύτριχο ιδανικά. Να συμπληρώνει το ντεκόρ.
Λίγο πιο πάνω όσοι υιοθετήσαμε από φιλοζωικό σωματείο ή από το δρόμο μετά την απώλεια του πρώτου.
Κάπου στη μέση της πυραμίδας, όσοι συνειδητά υιοθετούν ζώα έγκλειστα για χρόνια. Φοβικά, ταλαιπωρημένα, δύσκολα στο να μάθουν και να συνηθίσουν.
Προς την κορυφή, που κάποιοι συλλέγουν και φροντίζουν με αυταπάρνηση άρρωστα, τυφλά, κωφά, παραπληγικά και μελλοθάνατα. Σαν τη Gray.
Ύστατος σκοπός, να προσφέρουν στιγμές αγάπης, τρυφερότητας, χαράς, να δώσουν την ευκαιρία σε μικρές ψυχές να αναπτύξουν όλα τους τα ένστικτα, να βρουν τη θέση τους και να ανταποδώσουν με τη σειρά τους την αγάπη.
Είναι αυτοί οι άγνωστοι στους πολλούς, οι αφανείς, οι δάσκαλοι της φιλοζωίας, οι Σπουδαίοι Άνθρωποι, που στο τέλος της ημέρας, έχουν κερδίσει πολλαπλάσια από όσα επένδυσαν, πολλαπλάσια από όσα φαντάζονταν.














































