Γράφει ο Χρήστος Δραγώτης (Μέλος ΝΕ ΠΑΣΟΚ Αν. Αττικής & Υπ. Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αιγαίου
Η οικονομική πολιτική είναι πρωτίστως πολιτική επιλογή. Αποτυπώνει το ποιοι ωφελούνται, ποιοι επιβαρύνονται και ποιο κοινωνικό μοντέλο επιλέγει μια χώρα να υπηρετήσει. Σήμερα, σε μια περίοδο επίμονης ακρίβειας, ενεργειακής ανασφάλειας και στεγαστικής κρίσης, το ερώτημα δεν είναι αν χρειάζονται παρεμβάσεις, αλλά ποιας κατεύθυνσης παρεμβάσεις.
Η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά είδη διατροφής και στην ενέργεια, σε συνδυασμό με μια συνεκτική στεγαστική πολιτική, συνιστούν μια συνεπή προοδευτική απάντηση στις πιέσεις που δέχονται τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Δεν πρόκειται για αποσπασματικά μέτρα, αλλά για επιλογές που αντανακλούν ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης: ανάπτυξη με κοινωνικό πρόσημο.
Η ακρίβεια ως κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα
Οι έμμεσοι φόροι, και ειδικά ο ΦΠΑ, επιβαρύνουν δυσανάλογα τους οικονομικά ασθενέστερους. Όσο χαμηλότερο είναι το εισόδημα ενός νοικοκυριού, τόσο μεγαλύτερο ποσοστό αυτού κατευθύνεται σε βασικές ανάγκες: τρόφιμα, ενέργεια, στέγη.
Η υψηλή φορολόγηση αυτών των αγαθών μετατρέπεται έτσι σε μηχανισμό αναπαραγωγής των ανισοτήτων.
Η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά είδη δεν αποτελεί απλώς φορολογική ελάφρυνση. Είναι πολιτική αναδιανομής. Ενισχύει άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα, συγκρατεί τις τιμές, στηρίζει την εσωτερική ζήτηση και λειτουργεί ως ανάχωμα στην κοινωνική φτωχοποίηση. Σε αντίθεση με οριζόντιες φοροελαφρύνσεις, έχει σαφή κοινωνική στόχευση και προοδευτικό χαρακτήρα.
Η ενέργεια ως δημόσιο αγαθό
Η ενεργειακή κρίση κατέδειξε ότι η ενέργεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως εμπόρευμα.
Η πρόσβαση σε ηλεκτρισμό και θέρμανση αποτελεί προϋπόθεση αξιοπρεπούς διαβίωσης, ιδιαίτερα σε χώρες με έντονη ενεργειακή φτώχεια.
Η μείωση του ΦΠΑ στην ενέργεια λειτουργεί ως άμεσο μέτρο ανακούφισης, περιορίζει τις κοινωνικές ανισότητες και ενισχύει την κοινωνική αποδοχή της πράσινης μετάβασης. Χωρίς κοινωνική προστασία, καμία ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να είναι βιώσιμη.
Η στεγαστική κρίση και το έλλειμμα πολιτικής
Η εκτόξευση των ενοικίων και η δυσκολία πρόσβασης σε αξιοπρεπή στέγη, ιδιαίτερα για νέους και ευάλωτες ομάδες, συνιστούν δομική κοινωνική κρίση.
Η απουσία κοινωνικής κατοικίας, η ανεπαρκής ρύθμιση της αγοράς και η εμπορευματοποίηση της στέγης έχουν οδηγήσει σε μια πραγματικότητα όπου η κατοικία παύει να είναι δικαίωμα.
Η ενίσχυση των επιδομάτων ενοικίου, η δημιουργία αποθέματος κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, η αξιοποίηση δημόσιας γης και η ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών δεν είναι δαπάνες χωρίς αντίκρισμα. Είναι κοινωνικές επενδύσεις με μακροπρόθεσμο οικονομικό και κοινωνικό όφελος.
Το δημοσιονομικό επιχείρημα και η πολιτική απάντηση
Η συνολική ετήσια δημοσιονομική επίπτωση ενός τέτοιου πακέτου πολιτικών εκτιμάται στα 1,6–1,8 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό δεν είναι αμελητέο, αλλά είναι απολύτως διαχειρίσιμο.
Μπορεί να καλυφθεί μέσω:
• καλύτερης στόχευσης των επιδοτήσεων,
• δίκαιης συνεισφοράς των υψηλότερων εισοδημάτων,
• περιορισμού της φοροδιαφυγής,
• και αξιοποίησης ευρωπαϊκών πόρων για στεγαστικές επενδύσεις.
Πέρα από τα άμεσα δημοσιονομικά ισοζύγια, η ενίσχυση της κατανάλωσης και της κοινωνικής σταθερότητας δημιουργεί πολλαπλασιαστικά οφέλη για την οικονομία και τα δημόσια έσοδα.
Ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης
Η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά και η ενεργή στεγαστική πολιτική δεν είναι απλώς τεχνικές επιλογές. Εκφράζουν ένα πολιτικό όραμα:
ένα κράτος που δεν περιορίζεται στον ρόλο του διαχειριστή, αλλά λειτουργεί ως εγγυητής κοινωνικής συνοχής και δικαιοσύνης.
Σε μια εποχή αυξανόμενων ανισοτήτων και κοινωνικής ανασφάλειας, η επιλογή είναι σαφής.
Ή θα συνεχίσουμε με πολιτικές που μεταθέτουν το βάρος στους πολλούς, ή θα επενδύσουμε σε μια ανάπτυξη που μοιράζεται δίκαια.
Η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά και η στήριξη της στέγης δεν είναι απλώς οικονομικά μέτρα.
Είναι πολιτική δήλωση υπέρ της αξιοπρέπειας, της ισότητας και της δημοκρατίας.


















































