Γράφει η Κατερίνα Μαλά
Στις 23 Ιουλίου 2018 συντελέστηκε το πιο πολύνεκρο έγκλημα στην νεότερη ιστορία της χώρας, με απολογισμό 121 νεκρούς και πάνω από 60 πολυεγκαυματίες. Χιλιάδες οικογένειες έχασαν τα σπίτια και τις αναμνήσεις που φύλασσαν μέσα σε αυτά. Κάθε έγκλημα έχει και αυτουργούς.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση στις καρέκλες των κατηγορουμένων πολλοί από αυτούς, δεν κάθισαν ποτέ. Τροχαία, Αστυνομία, ΕΚΑΒ, Λιμενικό, έμειναν στο απυρόβλητο.
Για όσα έγιναν εκείνη την μέρα και κυρίως, όσα δεν έγιναν, κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν οι κυρίως υπεύθυνοι στην διαχείριση μίας πυρκαγιάς. Επτά στελέχη του Πυροσβεστικού Σώματος και ο Γενικός Γραμματέας Πολίτικης Προστασίας του Υπουργείου.
Οκτώ χρόνια μετά, το ηθικό αποτύπωμα αυτής της τραγωδίας μπορούμε να θεωρήσουμε πως όποιος έχει την μέση ευθυκρισία το έχει αντιληφθεί.
Μία μεγάλη μερίδα της κοινωνίας επέτρεψε στον εαυτό της να γίνει φερέφωνο της πολιτικής προπαγάνδας που οργανωμένα και μαζικά διοχετεύθηκε από το ίδιο εκείνο βράδυ, περί δήθεν άναρχης δόμησης, αδιεξόδων και ακραίου καιρικού φαινομένου.
Επέτρεψε, όμως, έτσι να φιμωθεί η Αλήθεια και να δοθεί άλλοθι σε πολιτεία και θεσμούς. Και παράλληλα, κατέστησε τον εαυτό της συνένοχο στο επόμενο έγκλημα. Δυστυχώς, η ίδια η ελληνική κοινωνία, ηθικά, δεν απέδωσε το βάρος της επιχειρησιακής ευθύνης που αρμόζει στα στελέχη των θεσμών που έχουν αναλάβει το καθήκον της προστασίας των πολιτών.
Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε πως σε επίπεδο αντίληψης και αναγνώρισης της ατομικής και συλλογικής ευθύνης των καθ’ ύλην υπευθύνων, οι εξουσίες μάς δοκίμασαν και μας βρήκαν ιδιαιτέρως ελαστικούς.
Όσο κι αν οι άνθρωποι της περιοχής προσπαθούσαν να εξηγήσουν πως αυτό που συνηθίσαμε να αποκαλούμε «ΜΑΤΙ», δεν ήταν ένα τυχαίο τραγικό συμβάν, αλλά το αποκορύφωμα της σήψης και όλων των παθογενειών των κρατικών και παρακρατικών θεσμών, η κοινωνία έδειχνε απρόθυμη να ακούσει. Έστω και αν με αυτό τον τρόπο πριόνιζε την καρέκλα στην οποία η ίδια καθόταν.
Μετά τα «ΤΕΜΠΗ» δεν υπάρχει κανένα περιθώριο αμφιβολίας πως η συλλογική ηθική στην χώρα μας επιχρωματίζεται και αντιδρά επιλεκτικά, ενώ μέρος των πολιτών δεν έχει καμία ηθική αναστολή να βρίσκεται, πότε με το θύμα και πότε με τον θύτη.
Ποιος, όμως, ωφελείται περισσότερο από μία τέτοια συνθήκη, αν όχι το ίδιο το ένοχο και νοσηρό σύστημα που ως κοινός παρασιτικός μύκητας έχει παρεισφρήσει σε όλες τις εκφάνσεις του Κράτους;
Είναι δυσάρεστο και άβολο αλλά πρέπει να κάνουμε αυτοκριτική. Δεν «υποχρεώσαμε», ως κοινωνία, την τότε Κυβέρνηση να νοιώσει το δέος του εγκλήματος που είχε συντελεστεί και να καταγραφεί αυτόματα ένα σαφές και αυστηρό ηθικό αποτύπωμα. Μετά τις αντιδράσεις για το έγκλημα των Τεμπών, αυτό πλέον είναι πασιφανές.
Αυτός ήταν, σε μεγάλο βαθμό, ο λόγος που επετράπη να στηθεί οργανωμένος και πολυεπίπεδος μηχανισμός συγκάλυψης.
Αυτός ήταν ο λόγος που, λίγες μέρες μετά το έγκλημα, ο Αλέξης Τσίπρας, διόρισε Αρχηγό του Πυροσβεστικού Σώματος, τον μέχρι τότε Υπαρχηγό Επιχειρήσεων, δηλαδή τον κύριο υπεύθυνο, εκ της θέσεως του, για την τραγική έκβαση της επιχείρησης. Ποιος μπορεί να αποδώσει αφέλεια σε αυτή την επιλογή; Αλλά και πώς μία κοινωνία μπορεί να δείχνει τέτοια ηθική ανεκτικότητα;
Ποια ήταν τα κοινωνικά μας αντανακλαστικά και η αντίδρασή μας στο πρωτοφανές σκάνδαλο ο εμπλεκόμενος και ελεγχόμενος από τις εισαγγελικές Αρχές, Υπαρχηγός Επιχειρήσεων, να διορίζεται Αρχηγός αμέσως μετά την τραγωδία;
Ποια ήταν τα κοινωνικά μας αντανακλαστικά, όταν τον Φεβρουάριο του 2019 ο Αλέξης Παπαχελάς αποκάλυψε στον ΣΚΑΪ συνομιλίες και ντοκουμέντα για το επιχειρησιακό μπάχαλο που επικράτησε εκείνη την μέρα;
Ποια ήταν η κοινωνική αντίδραση όταν τον Ιούλιο του 2020 μάθαμε για παραποιημένα στοιχεία και κρυμμένα καταγραφικά;
Ποια ήταν τα αντανακλαστικά της κοινωνίας όταν έμαθε πως ο Αξιωματικός που είχε οριστεί τεχνικός πραγματογνώμονας από τις εισαγγελικές Αρχές, είχε απειληθεί από τον ίδιο τον Αρχηγό για να συντάξει μία τεχνική έκθεση ακριβώς πάνω στην επιχειρηματολογία της προπαγάνδας και χωρίς να υποδεικνύει πολιτικά πρόσωπα ή στελέχη ως υπεύθυνους για το τραγικό αποτέλεσμα;
Πού ήταν λοιπόν η κοινωνία το 2018, το 2019, το 2020; Επέλεξε την ηθική αποστασιοποίηση.
Η κοινή γνώμη συγκινήθηκε, έκλαψε αλλά στο συνειδησιακό της κέντρο έμεινε απαθής. Χωρίς το απαιτούμενο βάρος από το κοινωνικό σύνολο, τα επιχειρησιακά στελέχη απώθησαν την μεγάλη εικόνα των ευθυνών και καταγράφηκε ηθικά το ΜΑΤΙ, όπως τους ήταν πιο εύπεπτο. Ως επιχείρηση σε ακραίες συνθήκες, με αυτοθυσία των εμπλεκομένων και απόδοση άδικων κατηγοριών!
Το ηθικό αποτύπωμα στα επιχειρησιακά στελέχη αποκόπηκε πλήρως από την Αλήθεια των γεγονότων. Κατασκευάστηκε ένα πλαστό αφήγημα για το τι συνέβη εκείνη την μέρα και ο επιχειρησιακός μηχανισμός προσκολήθηκε σε αυτό και το αναπαρήγαγε ως αληθινό και ακριβές.
Αυτό έγινε για παραπάνω από έναν λόγους.
Αρχικά αφαίρεσαν από πάνω τους το βάρος της λογοδοσίας. Δεν χρειαζόταν δηλαδή, να απαντήσουν σε όσα απίστευτα προέκυψαν από τις ακροάσεις και την δικαστική απόφαση. Δεν χρειαζόταν να απαντήσει κανείς για παράδειγμα, στο πώς γίνεται, ένας εκ των επικεφαλής να κρίθηκε ένοχος με την κατηγορία ότι απομακρυνόταν συστηματικα από το πεδίο ή πώς ο Διοικητής του Συντονιστικού Κεντρου έπαιρνε εντολές από τον ίδιο τον Υπουργό ή πώς κανείς ποτέ δεν έκανε καμία αναφορά στους πολίτες που δεν είχαν ειδοποιηθεί από κανέναν για την κατευθυνση της πυρκαγιάς και τον κίνδυνο που διατρέχουν.
Δευτερευόντως, προχώρησαν στην αυτοθυματοποίηση τους.
Βλέποντας την κοινωνική ανοχή δοκίμασαν να προχωρήσουν και ένα βήμα πιο πέρα. Θεώρησαν πως το ΜΑΤΙ θα μπορούσε να είναι το καλύτερο άλλοθι για αυτό που περιέγραψε δημοσίως στην Τελετή παράδοσης – παραλαβής στο Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας στις 26 Μαΐου 2023 ο τότε απερχόμενος Υπουργός, Χρήστος Στυλιανίδης λέγοντας πως πιστεύει ότι το υφιστάμενο νομικό σύστημα που αφορά στην ποινικοποίηση των επιχειρησιακών αποφάσεων θα πρέπει να σταματήσει. Αυτό ειπώθηκε ενώ εκδικαζόταν σε πρώτο βαθμό, η υπόθεση για τις ποινικές ευθύνες των κατηγορουμένων.
Με την απόφαση του Εφετείου, εννέα εκ των κατηγορουμένων κρίθηκαν ένοχοι, ενώ τέσσερις οδηγήθηκαν στην φυλακή.
Για τα στελέχη, προφανώς και η απόφαση υπήρξε σοκαριστική. Σύσσωμη η ηγεσία του Πυροσβεστικού Σώματος οδηγήθηκε στην φυλακή.
Το ηθικό αποτύπωμα της απόφασης μπορεί να το διακρίνει κανείς, από την ανακοίνωση που δημοσιοποίησε η Ένωση Αξιωματικών του Πυροσβεστικού Σώματος στην οποία αναφέρει, πως ναι μεν σέβεται τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης, πλην όμως αμφισβητεί το αν η απόδοση των ευθυνών έλαβε υπόψη τα πραγματικά δεδομένα, τις οριακές συνθήκες της συνολικής επιχειρησιακής δράσης καθώς και τις ιδιάζουσες συνθήκες της στιγμής, τα διαθέσιμα μέσα, τα χρονικά περιθώρια, τις αδήριτες αστάθμητες μεταβλητές και την ανεξέλεγκτη φύση του καταστροφικού γεγονότος και κλείνει αναφέροντας ως συνέπεια της απόφασης «τον κίνδυνο να αποθαρρυνθεί η ανάληψη ευθύνης σε παρούσες και μελλοντικές κρίσεις…»
Αναφέρονται, δηλαδή, στην τραγωδία περιγράφοντας ένα πλαίσιο δράσης στο πεδίο, που δεν έχει καμία σχέση με το τι έγινε στην πυρκαγιά εκείνη την ημέρα. Όχι για να αναγνωρίσουν πως οι ευθύνες πρέπει να προσωποποιούνται και να αποδίδονται, για την αποκατάσταση της αξιοπρέπειας του Σώματος, αλλά σχεδόν για να μας απειλήσουν πως ο φόβος της τιμωρίας, ενδέχεται δήθεν, να οδηγήσει σε μη ανάληψη της ευθύνης σε μελλοντικά συμβάντα.
Είναι άραγε ο φόβος που ενεργοποιεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και αποκρύπτουν σκοπίμως την Αλήθεια της δίκης ή ακόμα πιο δόλιες βλέψεις; Γιατί στην δίκη αυτού του εγκλήματος, κανείς δεν καταδικάστηκε για τις επιχειρησιακές αποφάσεις που πήρε! Αντιθέτως, όλοι καταδικάστηκαν για την μη ανάληψη της ευθύνης των επιχειρησιακών αποφάσεων που όφειλαν εκ της θέσεως τους να πάρουν!
Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον, τέλος, να καταγράψουμε το ηθικό αποτύπωμα που άφησε στα στελέχη, η πράξη του, εν ενεργεία αξιωματικού και δικαστικού πραγματογνώμονα, Δημήτρη Λιότσιου, ο οποίος επέλεξε να μην υποταχθεί στον εκβιασμό και τις απειλές του Αρχηγού του, αλλά να συνεχίσει απερίσπαστος την έρευνα του.
Θα ήταν πραγματικά ενδιαφέρον αλλά, παρά την έρευνα, ακόμα και μετά την αποκάλυψη του ηχητικού ντοκουμέντου, δεν εντοπίστηκε καμία επίσημη ανακοίνωση που να καταδικάζει κατηγορηματικά τις μαφιόζικες τακτικές συγκάλυψης και να εκφράζει έμπρακτη υποστήριξη και συμπαράσταση στον συνάδερφό τους.
Τελικά, θα μπορούσε να πει κανείς πως σε γενικές γραμμές κοινωνία και θεσμοί, κατέγραψαν ένα ηθικό αποτύπωμα a la carte, που εξυπηρέτησε συγκεκριμένα συμφέροντα και αναπλάθοντας την πραγματικότητα έκρυψαν αμφότεροι, τις ενοχές τους κάτω από το χαλί. Ο καθένας για τους δικούς του λόγους…..
















































