Η πορεία ζωής του Αντώνη Χατζηαντώνογλου από τη Μικρασιατική καταστροφή και το αντάρτικο μέχρι το πρώτο σουβλατζίδικο που άνοιξε στην περιοχή το 1962

Του Κώστα Ζοργιού

Είναι καλοκαίρι, η αυλή με τα χαλίκια μυρίζει γιασεμί και η προβολή στους κινηματογράφους Ριάλτο και Σινέ Μάκρη σταματά για το καθιερωμένο διάλειμμα. Ο κόσμος βγαίνει βιαστικά και σχεδόν τρέχοντας περνά στο απέναντι πεζοδρόμιο της Μαραθώνος.

Η ουρά φτάνει έξω από το μαγαζί, στον χωμάτινο παράδρομο. Μόνο οι πολύ γρήγοροι προλαβαίνουν να επιστρέψουν στο σινεμά με ένα τυλιχτό στο χέρι από το θρυλικό Pop’s του Μπαρμπαντώνη, έχοντας ξοδέψει περίπου 3 δραχμές.

Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’60 στη Νέα Μάκρη των μόλις 2.000 μόνιμων κατοίκων, αλλά για να διηγηθούμε την ιστορία του πρώτου σουβλατζίδικου που λειτούργησε ποτέ στα μέρη μας, πρέπει να γυρίσουμε ακόμα μισό αιώνα πίσω.

Ο Αντώνης Χατζηαντώνογλου γεννήθηκε στη Σπάρτη της Μικράς Ασίας το 1912, ένα από τα οκτώ παιδιά μιας ευκατάστατης οικογένειας. Ο πατέρας του έκανε εμπόριο πορσελάνης και διατηρούσε ένα μεγάλο κατάστημα με πορσελάνινα και κρυστάλλινα είδη που γνώριζε μεγάλη ανάπτυξη. Η καθημερινότητά του τινάχθηκε στον αέρα, όπως όλων των Μικρασιατών το 1922, όταν η οικογένεια βρέθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη μέσα σε βάρκες, αναζητώντας καταφύγιο στην Ελλάδα. Το βρήκε στη φιλόξενη για τους πρόσφυγες Κοκκινιά.

Ο κρατούμενος 21375

Τα πρώτα χρόνια είναι δύσκολα αλλά άμα τη ενηλικίωσή του, ο Χατζηαντώνογλου πιάνει δουλειά ως ζαχαροπλάστης στις λέσχες του Πολυτεχνείου, φτιάχνοντας γλυκά για τους φοιτητές και μαθαίνει πολύ καλά την τέχνη. Πριν βάλει σε εφαρμογή το σχέδιό του να κάνει μια δική του δουλειά, έρχεται η δεύτερη ανατροπή στη ζωή του.

Μπαίνει στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και στην Αντίσταση και αναπτύσσει έντονη δράση στην περιοχή της Νέας Μάκρης και της Ραφήνας, όπου έχει μετακομίσει, όμως ξαφνικά εξαφανίζεται και κανείς δεν γνωρίζει πού βρίσκονται τα ίχνη του. Στις 26 Ιανουαρίου του 1945, η οικογένειά του λαμβάνει ένα γράμμα από τον Ερυθρό Σταυρό.

Ενημερώνεται ότι στις 17 Ιουλίου του 1944 συνελήφθη από τους ναζί, όπως επίσης ότι βασανίστηκε άγρια στου Γουδή και στο Χαϊδάρι και πλέον βρίσκεται στη Γερμανία ως αιχμάλωτος πολέμου.

Είναι ο κρατούμενος 21375 και όπως εύλογα προκύπτει από το γεγονός ότι η Νέα Μάκρη έμεινε… όρθια, ο Χατζηαντώνογλου δεν μίλησε ποτέ στους Γερμανούς, δεν πρόδωσε κανέναν και το πλήρωσε με βασανιστήρια που τον σημάδεψαν σε όλη του τη ζωή.

Με το τέλος του πολέμου, επιστρέφει καταβεβλημένος και υποσιτισμένος στη Νέα Μάκρη για να κάνει ένα νέο ξεκίνημα. Ή πιο σωστά, ένα ξεκίνημα.

Το ζαχαροπλαστείο του «σαμαλτζή»

Με εφόδιο τις γνώσεις που έχει αποκομίσει από την εργασία του στο Πολυτεχνείο, στις αρχές της δεκαετίας του ’50 φτιάχνει δικά του γλυκά και παγωτό και τα πουλά με το καρότσι του στους δρόμους του χωριού και στην πλατεία της Νέας Μάκρης.

Η φήμη του εξαπλώνεται γρήγορα και δεν αφήνει την ευκαιρία που του παρουσιάζεται. Ανοίγει την «Πρόοδο», ένα καφενείο – ζαχαροπλαστείο εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η κρεπερί GT, δίπλα στο «Κουρείο των Μποέμ» του Νίκου Κατσιτόπουλου.

 

Η «Πρόοδος» είναι το πρώτο ζαχαροπλαστείο της Νέας Μάκρης, με τον Μπαρμπαντώνη, όπως τον αποκαλεί ο κόσμος, να μεγαλουργεί. Φτιάχνει τούρτες, κανταΐφι, μπακλαβά, αλλά αυτό που τον κάνει διάσημο είναι το περίφημο σάμαλί του. Ο Χατζηαντώνογλου γίνεται αγαπητός στην περιοχή και τα πιτσιρίκια της εποχής του κολλούν το παρατσούκλι «μπαρμπαντώνης ο σαμαλτζής».

Η επιτυχία τού ανοίγει την όρεξη και αποφασίζει να δοκιμάσει τις δυνάμεις του και στην πόλη, ξεκινώντας ένα ζαχαροπλαστείο στην πλατεία Αττικής. Το εγχείρημα δεν πηγαίνει ανάλογα καλά, επιστρέφει στη Νέα Μάκρη και αυτή τη φορά ανοίγει ένα ψητοπωλείο που σερβίρει κοκορέτσι και αρνί της σούβλας και μαζεύει όλους τους νεαρούς της ευρύτερης περιοχής, οι οποίοι δίνουν… μάχες στο μπιλιάρδο και το ξύλινο ποδοσφαιράκι.

Σουβλάκια ΑΑΑ

Πάντα ανήσυχος και διατεθειμένος να ρισκάρει, παίρνει στις αρχές της δεκαετίας του ’60 την απόφαση να κάνει κάτι πρωτοποριακό για τη Νέα Μάκρη. Εκεί που σήμερα βρίσκεται το καφεκοπτείο του Παράσχου, ανοίγει το 1962 το μαγαζί που έμελλε να γίνει θρύλος για την περιοχή.

Η εξωτερική ταμπέλα γράφει «σουβλάκια ΑΑΑ» και μέσα, ο ίδιος και η σύζυγός του Φωτεινή στήνουν το βασίλειό τους δουλεύοντας σκληρά νυχθημερόν. Ξεκινούν νωρίς κάθε πρωί ξεκοκκαλίζοντας και κόβοντας κομμάτια εκλεκτής ποιότητας χοιρινό κρέας, το οποίο σερβίρουν σε τυλιχτά σουβλάκια με ολόφρεσκες ντομάτες και μπαχάρια που ο Μπαρμπαντώνης κατεβαίνει κάθε τόσο στην Αθηνάς για να προμηθευτεί. Σταδιακά προσθέτουν το σουτζούκι και τη σάλτσα ντομάτας που γίνεται θρύλος, την οποία επινοεί ο ίδιος ο Χατζηαντώνογλου για να καλύψει την έλλειψη ντομάτας τους χειμώνες.

Pop and mom

Το ψητοπωλείο γίνεται αμέσως σημείο αναφοράς και τα τραπεζάκια στον παράδρομο της λεωφόρου Μαραθώνος γεμίζουν κάθε βράδυ. Κι όταν το 1963 ανοίγει η Αμερικανική Βάση, το μαγαζί εκτοξεύεται. Ο Μπαρμπαντώνης παίρνει τις παραγγελίες, η κυρά-Φωτεινή είναι η ήρεμη δύναμη της κουζίνας και μέχρι και η Δέσποινα, ούτε 10 χρονών ακόμα, βοηθά για να προλάβουν να εξυπηρετήσουν τον κόσμο που κάνει ουρές για να δοκιμάσει τα περίφημα σουβλάκια.

Μετά το «σαμαλτζής», ο Μπαρμπαντώνης αποκτά και δεύτερο παρατσούκλι. Τον μαθαίνουν πλέον ως «ξενύχτη» μια και μένει ανοικτός ως τις 05.00 το πρωί για να… ταΐσει τους Αμερικανούς που επιστρέφουν από ξενύχτια στην Αθήνα και τη Γλυφάδα.

Για τους νεαρούς από τις ΗΠΑ, που έχουν έρθει σε μια ξένη χώρα ως άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, ο Αντώνης και η Φωτεινή είναι ο Pop και η Mom. Ο πατέρας και η μητέρα τους στην Ελλάδα, οι άνθρωποι που τους ταϊζουν και τους φροντίζουν. Το μαγαζί μοιραία μετονομάζεται σε «Pop’s» και γίνεται το μόνιμο στέκι τους για τα επόμενα 25 χρόνια.

Εκεί στήνουν τα γλέντια τους, εκεί τρώνε το μεσημεριανό τους στις εξόδους, εκεί είναι το καταφύγιό τους κάθε φορά που έχουν βγει και έχουν πιει λίγο παραπάνω. Κι εκεί, γίνονται ένα με τους μόνιμους κατοίκους, σε μια μίξη διαφορετικών πολιτισμών που κυριάρχησε στη Νέα Μάκρη για περισσότερες από δύο δεκαετίες.

Σε ένα τεύχος από το εφημεριδάκι που κυκλοφορούσαν κάποτε οι Αμερικανοί της Βάσης, γράφουν χαρακτηριστικά «when you leave nea makri dont forget Pop’s souvlaki» (Όταν φύγετε από τη Νέα Μάκρη, μην ξεχάσετε το σουβλάκι του Pop).

Είκοσι επτά χειμώνες και είκοσι επτά καλοκαίρια

Το Pop’s δεν νικήθηκε ποτέ από τον ανταγωνισμό (ακριβώς απέναντι άνοιξε κάποια στιγμή ο «Μπάμπης» και μελλοντικά αρκετά ακόμα σουβλατζίδικα) και συνέχισε να σερβίρει το αγαπημένο έδεσμα των Ελλήνων, των Αμερικανών και βέβαια των τουριστών, ο πληθυσμός των οποίων κάθε χρόνο που περνούσε αυξανόταν, όσο η ίδια η Νέα Μάκρη αναπτυσσόταν.

Έγινε σημείο συνάντησης των ντόπιων τα βράδια του χειμώνα, όταν η πόλη είχε πια ησυχάσει από τον θόρυβο και αποζητούσε την ηρεμία της πίσω από ένα νόστιμο σουβλάκι κι ένα ποτήρι κρασί ή τσίπουρο. Και θέμα συζήτησης τα καλοκαίρια, εξαιτίας της ουράς που σχηματιζόταν έξω από το μαγαζί. Χάρη στον χαρακτήρα και το μεράκι του μπαρμπαντώνη, την ψυχή, την εργατικότητα και το χαμόγελο της Φωτεινής, αλλά και την εξαιρετική ποιότητα του αυθεντικού τυλιχτού που πρόσφεραν.

Εικοσιεπτά καλοκαίρια μετά τα εγκαίνια, το 1989, το Pop’s κατέβασε για τελευταία φορά τα ρολά του και ο μπαρμπαντώνης συνταξιοδοτήθηκε. Λίγο πριν αποχαιρετήσουν την περιοχή με το κλείσιμο της Βάσης, οι Αμερικανοί έστησαν ένα μεγάλο πάρτι για να τον τιμήσουν και να τον ευχαριστήσουν.

Ήταν η βραδιά που η Νέα Μάκρη, έχασε ένα μαγαζί που συνδέθηκε με την αλλαγή μιας ολόκληρης εποχής, από τα χρόνια που ήταν χωριό, στα χρόνια που έγινε μια ανεπτυγμένη κωμόπολη.

Ο Αντώνης Χατζηαντώνογλου έκλεισε τα μάτια του τον Μάιο του 2002 σε ηλικία 90 ετών. Άφησε πίσω του μια αξιοζήλευτη επιχειρηματική δραστηριότητα και τη φήμη ενός ανθρώπου πρωτοπόρου, που δεν είχε κακία για κανέναν. Ακόμα και για τους Γερμανούς τουρίστες που τάιζε με αγάπη, ξεχνώντας τα άγρια βασανιστήρια στα μαύρα χρόνια της Κατοχής…

Προηγούμενο άρθροΜατιώτης γιατρός έσωσε τη ζωή τουρίστα που ανασύρθηκε αναίσθητος από βάθος 12 μέτρων (vid)