
Το Πάνθεον της Ρώμης συμπλησιάζει δύο χιλιετίες ζωής. Η τεράστια θόλος του, με διάμετρο περίπου 43 μέτρων, εξακολουθεί να θεωρείται η μεγαλύτερη μη οπλισμένη θόλος σκυροδέματος στον κόσμο.
Δεν είναι το μοναδικό παράδειγμα. Ρωμαϊκά λιμάνια, λουτρά, υδραγωγεία και μεγάλα δημόσια έργα έχουν επιβιώσει σε συνθήκες που θα μπορούσαν να έχουν καταστρέψει πολύ νεότερες κατασκευές.
Το ερώτημα είναι προφανές: τι ήξεραν οι Ρωμαίοι για το σκυρόδεμα που εμείς χρειάστηκε να ξαναανακαλύψουμε;
Το περίφημο opus caementicium
Το ρωμαϊκό σκυρόδεμα, γνωστό ως opus caementicium, δεν ήταν ίδιο με το σύγχρονο τσιμέντο Portland.
Οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν μεταξύ άλλων ασβέστη, νερό, αδρανή υλικά και ηφαιστειακή τέφρα. Ιδιαίτερα διάσημη ήταν η ποζολάνη, η τέφρα από περιοχές γύρω από τον Βεζούβιο και άλλες ηφαιστειακές ζώνες της Ιταλίας.
Η αντίδρασή της με τον ασβέστη δημιουργούσε ενώσεις που προσέφεραν μεγάλη αντοχή, ακόμη και μέσα στη θάλασσα.
Για χρόνια αυτή θεωρούνταν η βασική εξήγηση της μακροζωίας των ρωμαϊκών κατασκευών.
Ύστερα οι επιστήμονες άρχισαν να κοιτούν πιο προσεκτικά κάτι που προηγουμένως αντιμετωπιζόταν περίπου ως κατασκευαστικό ελάττωμα.
Τα μικρά λευκά κομμάτια
Μέσα σε δείγματα ρωμαϊκού σκυροδέματος εμφανίζονται συχνά μικρά λευκά κομμάτια πλούσια σε ασβέστιο, γνωστά ως lime clasts.
Για μεγάλο διάστημα θεωρήθηκε ότι δημιουργούνταν επειδή οι αρχαίοι τεχνίτες δεν ανακάτευαν σωστά τα υλικά.
Η εξήγηση όμως είχε ένα πρόβλημα.
Οι Ρωμαίοι διέθεταν εξαιρετικά εξελιγμένη οικοδομική τεχνογνωσία. Τα σωζόμενα κείμενα δείχνουν ότι επέλεγαν προσεκτικά τα υλικά τους και ακολουθούσαν συγκεκριμένες διαδικασίες.
Γιατί λοιπόν ένα υποτιθέμενο «λάθος ανάμειξης» εμφανιζόταν τόσο συχνά;
Ερευνητές του MIT και άλλων ιδρυμάτων πρότειναν μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα απάντηση.
Τα κομμάτια αυτά μπορεί να βρίσκονταν εκεί επίτηδες.
Το «καυτό ανακάτεμα»
Η έρευνα έδειξε ότι οι Ρωμαίοι φαίνεται πως χρησιμοποιούσαν σε ορισμένες περιπτώσεις μια διαδικασία που σήμερα περιγράφεται ως hot mixing.
Αντί να χρησιμοποιούν αποκλειστικά σβησμένο ασβέστη, μπορούσαν να αναμειγνύουν άσβεστο απευθείας με άλλα συστατικά. Η αντίδραση με το νερό προκαλούσε υψηλές θερμοκρασίες.
Η διαδικασία δημιουργούσε χαρακτηριστικά ασβεστολιθικά εγκλείσματα μέσα στο τελικό σκυρόδεμα.
Και εκεί αρχίζει το πραγματικά εντυπωσιακό μέρος.
Όταν ανοίγει μια ρωγμή
Όλα τα σκυροδέματα αποκτούν μικρορωγμές.
Στο ρωμαϊκό υλικό, όμως, όταν μια ρωγμή περνούσε μέσα από ένα από τα πλούσια σε ασβέστιο εγκλείσματα και εισερχόταν νερό, μπορούσε να ενεργοποιηθεί ένας μηχανισμός αυτοΐασης.
Το νερό αντιδρούσε με το υλικό, απελευθερώνοντας ασβέστιο.
Στη συνέχεια αυτό μπορούσε να ανακρυσταλλωθεί μέσα στη ρωγμή με τη μορφή ανθρακικού ασβεστίου και να την κλείσει σταδιακά.
Σε εργαστηριακά πειράματα, σκυρόδεμα που κατασκευάστηκε με παρόμοια λογική παρουσίασε πολύ ταχύτερο κλείσιμο ρωγμών από συμβατικά δείγματα.
Δεν υπήρχε ένα μοναδικό «μυστικό»
Η πραγματικότητα πιθανότατα είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα από έναν χαμένο μαγικό τύπο.
Δεν υπήρχε ένα μοναδικό «ρωμαϊκό σκυρόδεμα». Οι συνταγές άλλαζαν ανάλογα με τον τόπο, τη χρήση και τα διαθέσιμα υλικά.
Το σκυρόδεμα ενός λιμανιού είχε διαφορετικές απαιτήσεις από εκείνο μιας θόλου ή ενός τοίχου.
Σε θαλάσσιες κατασκευές, για παράδειγμα, το θαλασσινό νερό μπορούσε να συμμετέχει σε μακροχρόνιες χημικές αντιδράσεις που δημιουργούσαν νέα ορυκτά και ενίσχυαν το υλικό με το πέρασμα του χρόνου.
Άρα το μυστικό ίσως δεν ήταν μία συνταγή.
Ήταν η βαθιά εμπειρική κατανόηση των υλικών.
Γιατί το ψάχνουμε σήμερα
Η παραγωγή σύγχρονου τσιμέντου ευθύνεται για σημαντικό μέρος των παγκόσμιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
Παράλληλα, η επισκευή και αντικατάσταση γεφυρών, δρόμων και κτιρίων καταναλώνει τεράστιες ποσότητες πόρων.
Ένα σκυρόδεμα που μπορεί να κλείνει μόνο του μικρές ρωγμές θα μπορούσε να παρατείνει σημαντικά τη ζωή μιας κατασκευής.
Γι’ αυτό σήμερα εργαστήρια επιχειρούν να μετατρέψουν την αρχαία τεχνική σε σύγχρονη τεχνολογία αυτοϊώμενου σκυροδέματος.
Η ειρωνεία είναι σχεδόν τέλεια.
Οι μηχανικοί του 21ου αιώνα χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά μικροσκόπια, φασματοσκοπία και υπολογιστικά μοντέλα για να καταλάβουν τι έκαναν εργάτες πριν από 2.000 χρόνια.
Και ίσως τελικά ένας από τους δρόμους προς τα πιο ανθεκτικά κτίρια του μέλλοντος να περνά μέσα από τα ερείπια της αρχαίας Ρώμης.
















































