Ο Μάρκος Ροντρίγκεθ Παντόχα, ο άνθρωπος που έμεινε γνωστός ως το «παιδί-λύκος της Σιέρα Μορένα», πέθανε σε ηλικία 80 ετών στην Ουρένσε της Ισπανίας.

Η συγκλονιστική ιστορία του αποτέλεσε μία από τις σπανιότερες καταγεγραμμένες περιπτώσεις παιδιού που μεγάλωσε απομονωμένο από την ανθρώπινη κοινωνία. Από τα 80 χρόνια της ζωής του, τα 12 τα πέρασε στην άγρια φύση, έχοντας ως συντροφιά τα ζώα και, σύμφωνα με τις αφηγήσεις του, μια αγέλη λύκων.

Ο ίδιος έλεγε αργότερα ότι εκείνη ήταν η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής του. Η επιστροφή του στον κόσμο των ανθρώπων αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερη από την επιβίωσή του στα βουνά.

Η κακοποίηση και η εγκατάλειψη

Ο Μάρκος γεννήθηκε το 1946 στην Ανιόρα της Κόρδοβας. Σε ηλικία τριών ετών έχασε τη μητέρα του, η οποία πέθανε κατά τη γέννηση του όγδοου παιδιού της οικογένειας.

Ο πατέρας του παντρεύτηκε ξανά, όμως ο Μάρκος φέρεται να υπέστη κακομεταχείριση από τη μητριά του. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε αργότερα στη Φουενκαλιέντε, στη Σιέρα Μορένα.

Όταν ήταν περίπου έξι ετών, σύμφωνα με τα ισπανικά μέσα ενημέρωσης, η οικογένειά του τον παρέδωσε έναντι χρημάτων σε κτηνοτρόφο. Το παιδί στάλθηκε να ζήσει με έναν ηλικιωμένο βοσκό σε σπηλιά, στην ορεινή περιοχή της Καρδένια.

Μετά τον θάνατο του βοσκού, ο Μάρκος έμεινε ολομόναχος στη φύση.

«Αποκοιμήθηκα μαζί με τα μικρά των λύκων»

Έχοντας αποκτήσει βασικές γνώσεις επιβίωσης από τον βοσκό, κατάφερε να βρει τροφή και καταφύγιο. Όπως αφηγήθηκε χρόνια αργότερα, μια αγέλη λύκων τον αποδέχθηκε σταδιακά σαν μέλος της.

«Η πρώτη επαφή που θυμάμαι με τους λύκους είναι ότι αποκοιμήθηκα μαζί με τα μικρά τους», είχε δηλώσει σε συνέντευξή του το 2010.

Έμαθε να επικοινωνεί με τα ζώα χρησιμοποιώντας ήχους και ουρλιαχτά, να μιμείται το κελάηδημα των πουλιών και να καλεί τα ελάφια. Κατασκεύαζε επίσης αυτοσχέδιες φλογέρες από ξύλο.

«Αν ήθελα να ψαρέψω, πήγαινα στο ποτάμι. Αν ήθελα ένα κουνέλι, το έπιανα. Αν ήθελα ένα ελάφι, φώναζα τους γονείς μου, τους λύκους, με ένα ουρλιαχτό», είχε περιγράψει.

Η βίαιη επιστροφή στην κοινωνία

Το 1965, όταν ήταν 19 ετών, εντοπίστηκε από την ισπανική Χωροφυλακή. Επειδή αντιδρούσε έντονα και ούρλιαζε, οι αστυνομικοί τον έδεσαν και τον μετέφεραν πίσω στη Φουενκαλιέντε.

Μοναχές και ένας ιερέας ανέλαβαν να του μάθουν ξανά να μιλά, να ντύνεται, να περπατά όρθιος και να χρησιμοποιεί μαχαιροπίρουνα. Στη συνέχεια νοσηλεύτηκε σε ίδρυμα αποκατάστασης στη Μαδρίτη και αργότερα μετακόμισε στη Μαγιόρκα, όπου εργαζόταν για να καλύπτει τα έξοδά του.

Η προσαρμογή του, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ πραγματικά. Ο Μάρκος έλεγε ότι δυσκολευόταν να κατανοήσει τους κοινωνικούς κανόνες και ότι οι άνθρωποι συχνά τον εξαπατούσαν ή τον εκμεταλλεύονταν.

«Πιο ευτυχισμένος με τους λύκους»

Παρά τις δυσκολίες, αφιέρωσε μεγάλο μέρος της υπόλοιπης ζωής του στη διάδοση της αγάπης για τη φύση. Συμμετείχε σε εκδηλώσεις δήμων και περιβαλλοντικών οργανώσεων, ενώ μιλούσε συχνά σε παιδιά για την προστασία των ζώων.

Τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Ράντε, κοντά στην Ουρένσε. Για ένα διάστημα φιλοξενήθηκε από τον συνταξιούχο αστυνομικό Μανουέλ Μπαραντέλα Λοσάδα, τον οποίο αποκαλούσε «αρχηγό», ενώ αργότερα τη φροντίδα του ανέλαβε μια οικογένεια από την Ολλανδία.

Η ζωή του αποτέλεσε αντικείμενο ακαδημαϊκών μελετών και βιβλίων. Το 2010 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με την ταινία «Entrelobos» του Γκεράρντο Ολιβάρες, στην οποία εμφανίστηκε και ο ίδιος.

Παρά τα χρόνια που πέρασαν, ο Μάρκος δεν άλλαξε ποτέ την απάντησή του για το πού είχε νιώσει πραγματικά ελεύθερος: τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής του ήταν εκείνα που έζησε μακριά από τους ανθρώπους, μαζί με τους λύκους.

Προηγούμενο άρθροΒίντεο-σοκ στη Νέα Υόρκη: Υδροστρόβιλος «χτυπά» την ακτογραμμή