Γράφει η Άννα Γιανικάκη
Μάτι, 24 Ιουλίου 2018, η επόμενη μέρα.
– Πάμε Σοφία;
– Πάμε Άννα.
– «Eίστε τρελές;» οι υπόλοιποι. Δεν απάντησαν. Φόρεσαν τα αθλητικά τους ξέροντας πως θα πατήσουν στον πυρωμένο όλεθρο και πήγαν. Άδειοι δρόμοι, σκοτεινά πρόσωπα, μουντές ψυχές. Μια αφύσικη σιωπή, βαρύς κουρνιαχτός παντού, έξω και μέσα τους. Πάρκαραν και χώθηκαν στα χαλάσματα.
Τι να πεις; Δεν έβγαινε λέξη, δεν έβγαινε αναπνοή. Ένας σκελετός από κρεβάτι. Μια κορνιζα καμένη. Στο κουφάρι του δέντρου κρεμασμένο σε καπνισμένο κλαδί, ένα συρμάτινο κλουβί. Άδειο. Ένα καψαλισμένο αρκουδάκι, ένα ποδηλατάκι με λιωμένες ρόδες, τούβλα δίπλα σε κατσαρόλες, λαμαρίνες και καρέκλες σε ένα σουρεαλιστικό παζλ που θα ευχόσουν ποτέ να μην δεις μπροστά σου.
Τι έψαχναν να βρουν; Κάτι, οτιδήποτε. Μια ελπίδα μέσα στη στάχτη και τον πόνο. Και την βρήκαν. Ό,τι είχε απομείνει από την παλιά μονοκατοικία ήταν ένας παράλογος λόφος που άχνιζε με τσιμεντολιθους, καμένα έπιπλα και γυαλιά. Στη μικρή της αυλή, οι σκελετοί από τα φερ φορζε οι τενεκέδες χωρίς τα γεράνια, οι γλάστρες σπασμένες χωρίς τα γιασεμί. Στη γωνιά τρεις μικρές μαρμαροπλακες σε σχήμα Π στήριζαν από πάνω ένα παλιό κιούπι.
Η Άννα έσκυψε στο κενό Π των μαρμάρων και το είδε. Δύο τεράστια μάτια τη διαπέρασαν, στα αυτιά της ούρλιαξαν άηχες οι κραυγές ενός μικρού γατιού.
– Σοφία, βρήκα
Άπλωσε το χέρι, το σβέρκωσε απαλά και το πήρε στην αγκαλιά της. Τα αυτάκια καμένα. Δεν υπήρχαν ούτε μουστάκια ούτε βλεφαρίδες. Στο κεφαλάκι του δέρμα ροζ, γυμνό από τρίχωμα. Ακανόνιστες οι αναπνοές όλων στο θαύμα της ζωής.

– Τι θα το κάνεις;
– Δεν ξέρω.
Αλλά ήξερε. Αφού σώθηκε στη μαρμάρινη κρυψώνα του, παρότι πέρασε από πάνω του η φωτιά και τα έκαψε όλα, θα σωνόταν και για την υπόλοιπη ζωή του.
Πήγαν δύο, βγήκαν τρεις από τα χαλάσματα.
– «Εδώ το βρήκατε;», ρώτησε μια παρέα νεαρών που έτυχε να περνά από κει.
«Είμαστε από τον Φιλοζωικό Σύλλογο Πειραιά, μπορούμε να το πάρουμε».
Η Σοφία κοίταξε την Άννα διαπεραστικά. «Δώσ’ το, έχεις τόσα ζώα».
Μα ήταν δυνατόν να το δώσει;
Την ονόμασε «Μπουμπουλίνα», φόρος τιμής στη γενναιότητα και το θάρρος της.

Για μια εβδομάδα η μικρή Μπουμπουλίνα κρυβόταν την ημέρα και ξεμύτιζε για την άμμο, το φαγητό και το νερό της μόνο τη νύχτα. Ένας απροσδιόριστος τρόμος την κυρίευε σε κάθε άγνωστο ήχο. Κι ήταν σχεδόν όλοι οι ήχοι άγνωστοι στα αυτιά της, ήταν μονίμως τρομαγμένη.
Με τον καιρό άρχισε να τρυπώνει στο δωμάτιο του Χρήστου. Στην αγκαλιά του γιου της Άννας βρήκε την ασφάλεια που της έλειπε, την ηρεμία μετά το τραύμα.
Πέρασε ο καιρός κι έγινε μια φουντωτή, πανέμορφη ταρταρούγα, το τρίχωμα βγήκε ξανά στιλπνό στο κεφάλι και τα αυτιά της, τα μουστάκια της μεγάλωσαν για να τη βοηθούν να υπολογίζει τον χώρο και να ανιχνεύει τους κινδύνους. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά ξανά στον παλμό της ζωής. Μια καρδιά που την έδωσε ολοκληρωτικά στον Χρήστο κι όταν εμφανίστηκε στο προσκήνιο η σύντροφός του Ίριδα, κράτησε ένα κομμάτι και για εκείνη.
«Θα συγκατοικήσουμε μάνα», είπε μια μέρα ο Χρήστος στην Άννα. Και έφυγε για μια καινούργια ζωή παίρνοντας μαζί και τη Μπουμπουλίνα.
—–
2024
Τα εγκαύματα στο σώμα επουλώθηκαν, αυτά στην ψυχή παραμένουν. Νιώθει ασφαλής μόνο δίπλα στον Χρήστο και την Ίριδα, κρύβεται από τους ανθρώπους. Δεν έχει σημασία που είναι γάτα, το τραύμα «έγραψε» μέσα της. Αν μιλούσε στη γλώσσα μας θα είχε κι αυτή ένα δριμύ κατηγορώ για όσα δεν έγιναν, δεν προβλέφθηκαν, δεν σώθηκαν, σε ένα απρονόητο κράτος.
Αυτό το μικρό γατάκι μέσα στο Π της καμένης μονοκατοικίας έκανε θαύματα στις ζωές των ανθρώπων.
Είναι ο κύριος λόγος που η τετραμελής οικογένεια αφοσιώθηκε στην παροχή βοήθειας σε άστεγους, μοιράζοντας μεσημέρι, βράδυ, φαγητό από τη βάση του Πολιτιστικού Κέντρου.
Η Άννα βούτηξε ακόμα πιο βαθιά στον εθελοντισμό που αφορά σε ζώα και σώζει ό,τι σώζεται.
Η Σοφία είναι ακόμη δίπλα της να μοιράζονται μνήμες δοτικότητας κι αγάπης και να τη βοηθά όπου και όπως μπορεί.
Ο Χρήστος, στα 24 του, γνωρίζει καλύτερα από πολλούς συνομίληκούς του την αξία του να φροντίζεις, να προστατεύεις, να μοιράζεσαι, να νοιάζεσαι.
Η Ίριδα την υπεραγαπά και μαζί υπεραγαπά όλες τις γάτες, δεν θα αφήσει καμία αδέσποτη χωρίς να της αγοράσει μια κονσέρβα, χωρίς να ρωτήσει φίλες και φίλους μήπως της βρει σπίτι.
Και κάπως έτσι φτάνεις να αναρωτιέσαι…. «γίνεται μια γάτα φοβική να σε κάνει άνθρωπο;». Την απάντηση την διαβάσατε στις προηγούμενες 700 λέξεις…















































