
Του Κώστα Ζοργιού
Με 130 χρόνια στην πλάτη του, ο Αυθεντικός Μαραθώνιος κουβαλά πολλές ιστορίες. Ευχάριστες, δυσάρεστες, με αθλητές που ξεπέρασαν τους εαυτούς τους και άλλους που έχουν μείνει στη συλλογική μνήμη για το θάρρος και την επιμονή τους. Όπως επίσης, μας υπενθυμίζει πόσο διαφορετικές ήταν οι αντιλήψεις στο ξεκίνημά του και δη πόσο κοινά αποδεκτός ήταν ο αποκλεισμός των γυναικών ακόμα και από μια γιορτή του αθλητισμού.
Σε αυτό το μικρό αφιέρωμα, η MP παρουσιάζει τρεις ιστορίες από τον πρώτο αγώνα που διεξήχθη το 1896, στο πλαίσιο των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, και ακόμα μία από το 1974, που αποτέλεσε σταθμό για τον ελληνικό αθλητισμό.
Ο φτωχός νερουλάς που έτρεξε για να κερδίσει την αγαπημένη του
Γεννημένος και μεγαλωμένος στο Μαρούσι, ο Σπύρος Λούης ήταν ένας φτωχός νερουλάς που βοηθούσε τον πατέρα του και που, μέσα από τη σκληρή δουλειά και την καθημερινή πεζοπορία, απέκτησε τρομακτική αντοχή. Όταν διοργανώνονταν οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες το 1896, ο Λούης ήταν 23 ετών και ερωτευμένος με μια πλούσια Μαρουσιώτισσα ονόματι Ελένη Κόντου.
Η μητριά της δεν τον ήθελε για γαμπρό, καθότι υπήρχε μεγάλο ταξικό χάσμα. Έτσι, ο ίδιος σκέφτηκε ότι θα είχε καλές πιθανότητες να κερδίσει τον σεβασμό της αν κατάφερνε να γίνει Ολυμπιονίκης.
Στους προκριματικούς αγώνες, ο Λούης τερμάτισε 17ος και στον τελικό προκρίνονταν 16 αθλητές, κάτι που σήμαινε ότι ουσιαστικά δεν είχε δικαίωμα συμμετοχής. Τη λύση έδωσε ένας ταγματάρχης, επιμένοντας να αυξηθεί ο αριθμός των αθλητών.
Ο Γεώργιος Παπαδιαμαντόπουλος είχε ως ιπποκόμο τον Λούη όταν ο νεαρός υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία και γνώριζε για την τρομερή αντοχή του. Λίγο καιρό αργότερα, ο νερουλάς έμπαινε πρώτος στο Παναθηναϊκό Στάδιο με χρόνο 2:58:50. Η νίκη του, ωστόσο, αμφισβητήθηκε έντονα.
Πώς κατάφερε ένας άνθρωπος που δεν είχε προπονηθεί ποτέ για το αγώνισμα να κερδίσει αθλητές και μάλιστα με τέτοιο χρόνο, κατά είκοσι λεπτά μικρότερο από ό,τι έκανε στα προκριματικά;
Κάποιοι υποστήριξαν ότι κατά τη διάρκεια του αγώνα έκλεψε, ανεβαίνοντας σε κάρο για να καλύψει αρκετά χιλιόμετρα. Αυτή η εκδοχή έγινε και το θέμα έρευνας του ιστορικού ντοκιμαντέρ του Πάνου Βλάχου με τίτλο «Εφτά λεπτά ψυχής».
Ο ισχυρισμός ότι ο Λούης έκλεψε δεν αποδείχθηκε ποτέ. Ο φτωχός νερουλάς συνέχισε με ταπεινοφροσύνη τη ζωή του και, όταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ τού πρόσφερε ό,τι δώρο ήθελε, ζήτησε και πήρε ένα κάρο και ένα γαϊδουράκι για τη δουλειά του.
Το σημαντικότερο; Πέτυχε τον αρχικό του σκοπό, καθώς η Ελένη Κόντου έγινε τελικά σύζυγός του…
Η απάτη του Μπελόκα
Αντίθετα με τον Λούη, ένας άλλος αθλητής όντως έκλεψε στον πρώτο Μαραθώνιο της σύγχρονης εποχής. Ο Σπύρος Μπελόκας αρχικά κατέλαβε την τρίτη θέση, πίσω από τον Λούη και τον Χαρίλαο Βασιλάκο.
Αμέσως μετά τον αγώνα, όμως, ο Ούγγρος Γκιούλα Κέλνερ υπέβαλε ένσταση, υποστηρίζοντας ότι, όταν κάποια στιγμή κουράστηκε, ο συναθλητής του είχε ανέβει στο κάρο ενός χωρικού για να γλιτώσει χιλιόμετρα.
Ο Μπελόκας παραδέχθηκε την παράβαση κι έχασε το χάλκινο μετάλλιο, που κατέληξε στον Κέλνερ.
Η θρυλική Ρεβίθη που έγινε σύμβολο θάρρους και ανυπακοής
Στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες υπήρξε και μια ιστορία που θα αμαύρωνε τη φήμη τους. Όχι τότε, καθώς όσα συνέβησαν θεωρούνταν… φυσιολογικά για την εποχή, αλλά όταν ο κόσμος άρχισε να αντιλαμβάνεται το παράλογο του πράγματος.
Η Σταμάτα Ρεβίθη ήταν μια φτωχή γυναίκα που καταγόταν από τη Σύρο και είχε χάσει τον άνδρα της και το μεγαλύτερο παιδί της.
Με ένα μωρό 17 μηνών στην αγκαλιά, ήρθε στο λιμάνι του Πειραιά και άρχισε να περπατά τη διαδρομή Πειραιάς – Αθήνα, απεγνωσμένη να βρει εργασία. Παρατηρώντας την αντοχή της, κάποιος της είπε αστειευόμενος ότι θα έπρεπε να συμμετάσχει στους αγώνες, όμως εκείνη μόνο ως αστείο δεν αντιμετώπισε αυτή την προτροπή.
Ταξίδεψε στον Μαραθώνα με σκοπό να αγωνιστεί, ωστόσο οι διοργανωτές τής αρνήθηκαν να συμμετάσχει και μάλιστα κάποιοι Έλληνες αθλητές τη χλεύασαν που τόλμησε να σκεφτεί να αγωνιστεί απέναντι σε άνδρες.
Την επομένη του αγώνα, στις 11 Απριλίου του 1896, η αποφασισμένη Ρεβίθη ξεκίνησε να τρέχει μόνη της τον Μαραθώνιο, αφού πρώτα ο ιερέας του Μαραθώνα, Ιωάννης Βελιώτης, αρνήθηκε να της διαβάσει μια ευχή, όπως του ζήτησε.
Φτάνοντας στο Παναθηναϊκό Στάδιο, ο στρατός τής αρνήθηκε την είσοδο για να τερματίσει πανηγυρικά, όμως εκείνη είχε ολοκληρώσει τον προσωπικό της θρίαμβο.
Η Ζωζώ Χριστοδούλου, 78 χρόνια αργότερα
Χρειάστηκε να περάσουν 78 χρόνια ώστε μια Ελληνίδα να καταφέρει να συμμετάσχει στον Αυθεντικό Μαραθώνιο.
Η γεννημένη στο Κάιρο Ζωζώ Χριστοδούλου ήρθε στην Αθήνα και από μικρή ηλικία αγάπησε τον αθλητισμό και τον στίβο. Έγινε αθλήτρια του Αθλητικού Ομίλου Φιλοθέης και αργότερα του Εθνικού Γυμναστικού Συλλόγου. Προπονούνταν κυρίως στα 200 και στα 400 μέτρα, για να φτάσει κάποια στιγμή στα 1.500, που ήταν το ανώτατο όριο στο οποίο μπορούσαν να αγωνιστούν γυναίκες εκείνη την εποχή.
Η ίδια έχει δηλώσει ότι κατά την προπόνησή της άκουγε υποτιμητικά σχόλια όπως «πήγαινε να πλύνεις πιάτα» και αντιμετώπιζε τη χλεύη ακόμα και γυναικών.
Ακούγοντας λίγες ημέρες πριν από τον Μαραθώνιο του 1974 ότι θα συμμετείχαν 44 γυναίκες, αποφάσισε να δηλώσει συμμετοχή. Παρότι δεν είχε προπονηθεί ούτε μία φορά για τα 42 χιλιόμετρα, το πρωί της 19ης Οκτωβρίου στήθηκε στη γραμμή εκκίνησης στον Μαραθώνα με μοναδικό σκοπό να τερματίσει.
Πέντε ώρες, ένα λεπτό και είκοσι δευτερόλεπτα αργότερα, περνούσε τη γραμμή του τερματισμού στο Καλλιμάρμαρο. Ήταν έκτη ανάμεσα σε συνολικά 45 γυναίκες, νικώντας αθλήτριες που προπονούνταν καιρό για το συγκεκριμένο αγώνισμα.
Κυρίως όμως, ήταν αυτή που άνοιξε τον δρόμο ώστε οι Ελληνίδες να ξεκινήσουν να τρέχουν μαζικά στον Αυθεντικό Μαραθώνιο.


















































