Την περίοδο πριν από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στα στρατηγεία των αμερικανικών και βρετανικών δυνάμεων συντελέστηκε μια θεαματική αλλαγή πλεύσης.

Προτεραιότητα δεν αποτελούσε πλέον να καρφωθεί η τελευταία πρόκα στο φέρετρο του γερμανικού, του ιταλικού και του ιαπωνικού φασισμού, αλλά να ελεγχθούν οι δυνάμεις των Ευρωπαίων ανταρτών αλλά και της ΕΣΣΔ που είχαν δώσει τη μάχη απέναντι στις δυνάμεις του άξονα.

Ο φόβος για το ενδεχόμενο αυτές οι δυνάμεις να ρευστοποιήσουν τη δύναμή τους για να προωθήσουν αλλαγές που θα απειλούσαν το κυρίαρχο οικονομικό και κοινωνικό κατεστημένο ήταν μεγαλύτερος από το φόβο απέναντι στον φασισμό.

Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε ορισμένες από τις πιο περίεργες υποχωρήσεις των συμμάχων απέναντι στον Χίτλερ (όπως η «αυτοσυγκράτηση» που επέδειξαν απέναντι στις γερμανικές δυνάμεις όταν αυτές εγκατέλειπαν σταδιακά την Ελλάδα). Ο Ψυχρός Πόλεμος είχε ξεκινήσει πριν τελειώσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Μια μικρογραφία της ίδιας λογικής επικράτησε στα στρατηγεία των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ, πριν ακόμη ανακοινωθεί από τα μεγαλύτερα τηλεοπτικά δίκτυα, ότι ο υποψήφιος του κόμματος είχε συγκεντρώσει τους πολυπόθητους 270 εκλέκτορες.

Σε μια πολύωρη σύσκεψη, που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Πέμπτη, ηγετικά στελέχη των Δημοκρατικών υποστήριζαν ότι η αριστερή στροφή που συντελέστηκε στη βάση του κόμματος παραλίγο να στερούσε την κυριαρχία στις κάλπες. Συγκεκριμένα, διατυπώθηκε η άποψη ότι αρκετά από τα αιτήματα του κινήματος Black Lives Matter (BLM), όπως η μείωση των κονδυλίων για την αστυνόμευση, αλλά και η χρήση της λέξης «σοσιαλισμός» ή «σοσιαλιστικό» από μέλη του κόμματος, στοίχισαν πολύτιμες θέσεις στο Koγκρέσο.

Πολιτικοί όπως ο Δημοκρατικός Κόνορ Λαμπ από την Πενσυλβάνια, που μέχρι πρόσφατα φωτογραφίζονταν δίπλα σε πλακάτ του BLM με το σύνθημα «defund police», τώρα κατακεραυνώνουν όσους παραμένουν πιστοί στις ριζοσπαστικές θέσεις που έστειλαν εκατομμύρια νέους ψηφοφόρους στις κάλπες υπέρ των Δημοκρατικών.

Η τεκμηρίωση αυτών των καταγγελιών, που εξαπολύονται εναντίον της αριστερής πτέρυγας των Δημοκρατικών, είναι τόσο έωλη όσο το ανυπόστατο επιχείρημα του Ντόναλντ Τραμπ ότι το αποτέλεσμα νοθεύτηκε γιατί οι ανεπίσημοι «παρατηρητές» των Ρεπουμπλικάνων δεν είχαν πρόσβαση στα εκλογικά κέντρα.

Τζο Μπάιντεν: Ποιος είναι ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ – Οι προσωπικές τραγωδίες που τον σημάδεψαν – Διαβάστε το αφιέρωμα εδώ

Πρόσφατες δημοσκοπήσεις αποδεικνύουν ότι αρκετά από τα βασικά αιτήματα της προοδευτικής βάσης των Δημοκρατικών έχουν τεράστια απήχηση και σε μεγάλα στρώματα των Ρεπουμπλικάνων και πιθανότατα προσέλκυσαν στο κόμμα εκατομμύρια ψήφους από τα μεσαία και χαμηλότερα στρώματα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε σειρά δημοσκοπήσεων του δικτύου Fox News (το οποίο μόνο για σοσιαλιστικές παρεκκλίσεις δεν μπορεί να κατηγορηθεί) το 72% των ερωτηθέντων ζητούσε τη δημιουργία ενός νέου συστήματος υγείας το οποίο θα ελέγχεται από το κράτος. Αρκετές ακόμη δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι σε σειρά κρίσιμων ζητημάτων ψηφοφόροι και των δυο κομμάτων υιοθετούσαν πολύ πιο αριστερές θέσεις από την ηγεσία των Δημοκρατικών και προφανώς και των Ρεπουμπλικάνων.

Η αντιστροφή της λογικής

Πώς έφτασε λοιπόν το κατεστημένο του δημοκρατικού κόμματος στο συμπέρασμα ότι η αριστερά πτέρυγα απείλησε τη νίκη στις εκλογές;

Ένας από τους μύθους που συνόδευσαν την ανάγνωση των αποτελεσμάτων ήταν ότι ο Τραμπ «αμφισβήτησε» με επιτυχία την παραδοσιακή κυριαρχία των Δημοκρατικών στους μαύρους, τους ισπανόφωνους αλλά και στα εργατικά στρώματα, που αμφισβητούν το status quo.

Συνεπώς, σύμφωνα με αυτό το επιχείρημα, ο συντηρητικός λόγος του Τραμπ απέδωσε καρπούς και θα πρέπει να τον ακολουθήσουν και οι Δημοκρατικοί.

Στην πραγματικότητα, παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ αύξησε τα ποσοστά τους στους μαύρους και τους ισπανόφωνους σε σχέση με το 2016, η αλλαγή είναι αμελητέα καθώς και οι δυο αυτές ομάδες στήριξαν με μεγάλη διαφορά τους Δημοκρατικούς, σε ποσοστό 87% και 66% αντίστοιχα.

Έχει αποδειχθεί μάλιστα ότι οι κινητοποιήσεις που ακολούθησαν τη δολοφονία του μαύρου Τζορτζ Φλόιντ από την αστυνομία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εγγραφή εκατοντάδων χιλιάδων δημοκρατικών ψηφοφόρων στους εκλογικούς καταλόγους.

Υπάρχει πληθώρα ενδείξεων ότι η ριζοσπαστικοποίηση στους δρόμους ενίσχυσε την εκλογική πορεία των Δημοκρατικών ενώ τίποτα δεν συνηγορεί για το αντίθετο.

Επίσης, παρακολουθώντας κανείς την εισοδηματική ανθρωπογεωγραφία της κάλπης διαπιστώνει ότι οι Αμερικανοί πολίτες που λαμβάνουν λιγότερα από 50.000 δολάρια τον χρόνο και έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη αναδιανεμητικών πολιτικών και επιδομάτων πρόνοιας στήριξαν κατά πλειοψηφία τους Δημοκρατικούς σε ποσοστό 53%.

Αντίθετα, ο Τραμπ τα πήγε αρκετά καλύτερα στα μεσαία και πιο συντηρητικά στρώματα των μικροεμπόρων και καταστηματαρχών, αλλά και στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα που συγκινούνται ευκολότερα από τη ρητορική μείωσης των φόρων, την οποία έχουν σαν σημαία οι Ρεπουμπλικάνοι.

Θα πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι, όποτε ο Μπάιντεν υιοθέτησε ακροδεξιά γραμμή, με στόχο να προσελκύσει αντιδραστικά τμήματα του πληθυσμού (όπως τους αντικαθεστωτικούς από την Κούβα και τη Βενεζουέλα που κατοικούν στο Μαϊάμι) ηττήθηκε κατά κράτος από τον Τραμπ.

Καμάλα Χάρις: 20 ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη νέα αντιπρόεδρο της Αμερικής – Διαβάστε το αφιέρωμα εδώ

Προδίδουν τους «αντάρτες» της κάλπης

Η ηγεσία των Δημοκρατικών αποκρύπτει την τεράστια δουλειά που έγινε στις γειτονιές και σε χώρους εργασίας από προοδευτικές υποψήφιες όπως η Αλεξάντρια Οκάζιο-Κορτέζ, η Ιλχάν Ομάρ και η Ρασίντα Τλάιμπ, οι οποίες προωθήσουν ριζοσπαστικές (για τα αμερικανικά δεδομένα) θέσεις υπέρ της αναδιανομής εισοδήματος υπέρ των αδυνάτων.

Το «ευχαριστώ» του κατεστημένου των Δημοκρατικών σε αυτή την προσπάθεια ήταν να μετατρέψει τις συγκεκριμένες πολιτικούς σε σάκο του μποξ για ό,τι δεν πήγε καλά τη νύχτα των εκλογών. Ενώ δηλαδή ο Μπάιντεν έτεινε χείρα φιλίας σε ακροδεξιούς πολιτικούς των Ρεπουμπλικάνων, στο όνομα της εθνικής ομοψυχίας, είχε κηρύξει ανειρήνευτο πόλεμο στο εσωτερικό του δικού του κόμματος.

Ο Μπάιντεν κατάφερε να συγκεντρώσει τις ψήφους εκατομμυρίων προοδευτικών πολιτών που δεν διανοούνταν καν να τον ψηφίσουν εάν δεν είχαν ως μοναδικό στόχο να απομακρύνουν πάση θυσία τον Ντόναλντ Τραμπ από το Λευκό Οίκο.

Ένας 77χρονος, νεοφιλελεύθερος, πολιτικός που κατηγορείται για σειρά σκανδάλων και δεν διαθέτει το παραμικρό χάρισμα (ενώ κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας έφτασε να ξεχνά ακόμη και τα ονόματα των παιδιών του) απείλησε την πορεία του κόμματός του, αλλά τελικά κατάφερε να επιβιώσει χάρη σε ένα ξένο προς αυτόν μαζικό κίνημα που διεκδικούσε ριζοσπαστικές αλλαγές στην πολιτική και οικονομική διακυβέρνηση.

Αντί να αφουγκραστεί όμως αυτό το μήνυμα, ετοιμάζεται να πραγματοποιήσει μια βαθιά συντηρητική στροφή, η οποία θα ικανοποιήσει μόνο τους παραδοσιακούς πυλώνες της εξουσίας των Δημοκρατικών: τη Wall Street, το μιντιακό κατεστημένο και τα μεγαλύτερες πολεμικές βιομηχανίες της χώρας.