
Στις 30 Ιανουαρίου 1962, τρεις μαθήτριες ενός οικοτροφείου θηλέων στην Kashasha, κοντά στη λίμνη Βικτώρια, άρχισαν να γελούν.
Δεν υπήρχε κάποιο αστείο που να δικαιολογεί την αντίδρασή τους. Το γέλιο δεν σταμάτησε ύστερα από λίγα λεπτά, ενώ σύντομα άρχισαν να εμφανίζουν παρόμοια συμπτώματα και άλλα κορίτσια.
Μέσα στις επόμενες εβδομάδες, δεκάδες μαθήτριες παρουσίασαν επεισόδια γέλιου και κλάματος, τα οποία μπορούσαν να διαρκέσουν από λίγα λεπτά μέχρι αρκετές ώρες. Ορισμένες εμφάνισαν ανησυχία, φόβο, αδυναμία συγκέντρωσης και σωματική εξάντληση.
Το σχολείο αναγκάστηκε να κλείσει.
Όταν οι μαθήτριες επέστρεψαν στα σπίτια τους, παρόμοια περιστατικά καταγράφηκαν σε γειτονικά χωριά και άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Σε μία κοινότητα επηρεάστηκαν περισσότεροι από 200 άνθρωποι μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Η ιστορία έμεινε γνωστή ως «επιδημία γέλιου της Τανγκανίκας», αν και η ονομασία είναι κάπως παραπλανητική. Δεν επρόκειτο για μεταδοτική ασθένεια ούτε για ανθρώπους που διασκέδαζαν ανεξέλεγκτα. Τα επεισόδια περιλάμβαναν συχνά κλάμα, αγωνία και έντονη δυσφορία.
Οι ιατρικές εξετάσεις δεν εντόπισαν κάποιον ιό, βακτήριο, δηλητήριο ή οργανική αιτία. Η επικρατέστερη ερμηνεία είναι ότι επρόκειτο για μαζική ψυχογενή διαταραχή, κατά την οποία το έντονο άγχος εκφράζεται με σωματικά και συμπεριφορικά συμπτώματα και εξαπλώνεται μέσα σε μία στενά συνδεδεμένη ομάδα.
Η Τανγκανίκα είχε μόλις αποκτήσει την ανεξαρτησία της και η κοινωνία περνούσε περίοδο μεγάλων αλλαγών. Οι μαθήτριες ζούσαν σε αυστηρό εκπαιδευτικό περιβάλλον, με αυξημένες προσδοκίες και πίεση.
Το φαινόμενο εξασθένησε σταδιακά, χωρίς να αφήσει μόνιμες βλάβες.
Περισσότερα από 60 χρόνια αργότερα, παραμένει ένα από τα πιο παράξενα παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο το κοινωνικό άγχος μπορεί να μετατραπεί σε πραγματικά σωματικά συμπτώματα.












































