© Λευτέρης Παρτσάλης

KEIMENO: Ελευθερία Μετοχιανάκη
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Λευτέρης Παρτσάλης

Ανήκω στη γενιά που είχε την τύχη και την ατυχία να βιώσει από πολύ κοντά τα γεγονότα της Τετάρτης 7 Οκτωβρίου. Την τύχη, γιατί ζήσαμε τις ανατριχιαστικές στιγμές μίας ιστορικής απόφασης και την ατυχία, γιατί είδαμε για χρόνια το τέρας του φασισμού να γιγαντώνεται.

Την περιμέναμε αυτή τη μέρα πολλά χρόνια. Είδαμε συντρόφους μας να τραμπουκίζονται, είδαμε μετανάστες να μαχαιρώνονται, είδαμε στα κινητά μας απειλητικά μηνύματα επειδή είμαστε αντιφασίστες, είδαμε κόσμο να φοβάται να περπατήσει μόνος. Μέχρι που ήρθε η δολοφονία του Παύλου. Εκείνη τη νύχτα ξέραμε ότι δεν υπάρχει επιστροφή. Θα δίναμε μάχη μέχρι τέλους και είτε θα κερδίζαμε είτε θα χάναμε, αλλά δε θα παραδινόμασταν στη νέα πραγματικότητα της τρομοκρατίας, του μίσους και του φασισμού, που έκανε μόδα τα τατουάζ με τους αγκυλωτούς σταυρούς και τους ναζιστικούς χαιρετισμούς.

Η δολοφονία του Παύλου ήταν θυσία. Όχι μόνο για να σωθούν οι φίλοι του από τους μαχαιροβγάλτες, αλλά και για να νικηθεί ο φασισμός.

Μετά από 5,5 χρόνια δικαστικής μάχης, χρυσαυγίτικων προκλήσεων και συνεχών καθυστερήσεων, έφτασε η μέρα. Το απόγευμα της προηγουμένης, μας έδωσε η Μάγδα μπλούζες που έγραφαν ότι «ο Παύλος είναι ακόμα εδώ». Τη νύχτα δεν κοιμηθήκαμε, δεν τα καταφέραμε. Μας χώριζαν λίγες ώρες από τη δικαίωση. Αγωνιούσαμε αν θα έρθει.

Ξεκινήσαμε στις 6:00 το πρωί, φορώντας τις μπλούζες της Μάγδας. Όταν φτάσαμε δεν είχε καλά καλά ξημερώσει. Είχαν ήδη φτάσει περίπου 25 άτομα. Είχαμε όλοι αγωνία, που αντίστοιχή της δεν έχουμε βιώσει ποτέ, όμως επικρατούσε αισιοδοξία. Τα σημάδια ήταν θετικά.

© Λευτέρης Παρτσάλης

Οι ώρες, μέχρι να δείξει το ρολόι 11:00, κύλησαν βασανιστικά αργά και με πολλές εναλλαγές συναισθημάτων. «Και αν δεν γίνει αυτό που πρέπει να γίνει;» σκεφτόμασταν κάθε λίγο. Άρχισαν να φτάνουν σιγά σιγά αντιφασίστες από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Καθένας που έφτανε, σήκωνε τη γροθιά του και έλεγε «θα νικήσουμε». Λίγο μετά τις 8:00 σταμάτησε ένα αυτοκίνητο στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Όλοι έτρεξαν κατά πάνω του πριν καν ανοίξει η πόρτα. Είχε φτάσει η Μάγδα. Την συνοδεύσαμε μέχρι εκεί που επιτρεπόταν και γυρίσαμε στους φίλους μας, λίγα μέτρα παραπέρα.

Στις 8:30 είδαμε τη Μάγδα να έρχεται προς το μέρος μας. Είχε γυρίσει πίσω για να μας μιλήσει. Η Μάγδα γνώριζε πολύ καλά ότι αν δεν παρθεί η απόφαση που πρέπει, θα ξεσπάσουν επεισόδια. Γύρισε πίσω, σε μας, για να μας πει να προσέχουμε. Το επανέλαβε πολλές φορές κοιτώντας κάθε φορά κάποιον διαφορετικό από εμάς στα μάτια, με πραγματική αγωνία μίας μάνας. Εκείνη τη μέρα ήμασταν όλοι τα παιδιά της.

Έσκυψα το βλέμμα και ξέσπασα σε κλάματα. Όταν σήκωσα το κεφάλι ξανά, κατάλαβα ότι δεν ήμουν η μόνη. Περίπου 50 ζευγάρια μάτια ήταν υγρά και κατακόκκινα γύρω μου. Αρχίσαμε να αγκαλιαζόμαστε όλοι. Τότε κάποιος είπε «μην κλαίτε, θα νικήσουμε». Εκείνη ήταν και η στιγμή που το πιστέψαμε πιο δυνατά από ποτέ.

Όσο περνούσε η ώρα μέχρι να φτάσει 11:00, δηλαδή η ώρα που θα ξεκινούσε η διαδικασία, κατέφθανε ασταμάτητα κόσμος. Στις 10:00 είχε πια τόσο κόσμο που δεν χωρούσε στο οπτικό μας πεδίο.

© Λευτέρης Παρτσάλης

Λίγο μετά τις 11:00 ακούστηκε από τα μεγάφωνα ότι ο Ρουπακιάς είναι ένοχος. Ανθρωποκτονία από πρόθεση. Ένοχος για όλα όσα κατηγορείται. Ήρθαν οι πρώτοι πανηγυρισμοί. Νιώσαμε τη δικαίωση, όμως αυτό ήταν κάτι που γνωρίζαμε ότι θα συνέβαινε
Αυτό που περιμέναμε περισσότερο να ακούσουμε, όταν θα άνοιγαν ξανά τα μεγάφωνα, ήταν ότι «Το δικαστήριο κηρύσσει τη Χρυσή Αυγή εγκληματική οργάνωση».

Πριν προλάβουν να σωπάσουν οι πανηγυρισμοί, ανοίγουν ξανά τα μεγάφωνα. Πάγωσαν όλοι και περίμεναν να ακούσουν. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω, ότι για μας πάγωσε ο ίδιος ο χρόνος.

Τότε το ακούσαμε.

«Την προσοχή σας. Επόμενη ανακοίνωση του τριμελούς Εφετείου. Η Χρυσή Αυγή αποτελεί εγκληματική οργάνωση».

Το πλήθος ξέσπασε σε ουρλιαχτά πανηγυρισμού. Παντού τριγύρω υπήρχαν δάκρυα χαράς και άνθρωποι αγκαλιασμένοι. «Νικήσαμε». Μπορούσαμε επιτέλους να το φωνάξουμε.
Τα επόμενα 40 δευτερόλεπτα μέχρι να ανοίξει η αστυνομία τις αύρες, ήταν τα πιο ευτυχισμένα 40 δευτερόλεπτα που ζήσαμε. Οι μάχες που δώσαμε για χρόνια ενάντια στον φασισμό, επιτέλους δικαιώθηκαν. Δεν μπορώ να μεταφέρω γραπτώς πώς είναι το συναίσθημα δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι να κλαίνε από χαρά. Αυτό είναι κάτι που βιώσαμε και δεν θα μας το πάρει ποτέ κανείς. Ούτε η αστυνομία που θέλησε να διακόψει μια μεγαλειώδη συγκέντρωση που όμοιά της δεν ξαναέζησε κανένας μας.

Βρεθήκαμε στους δρόμους εκατοντάδες φορές μέχρι σήμερα. Αλλά αυτό που ζήσαμε εκείνη τη μέρα δεν συγκρίνεται ούτε στο ελάχιστο με καμία άλλη φορά.

Λευτέρης Παρτσάλης
© Λευτέρης Παρτσάλης

Έτσι, δεν μας ένοιαξε που έπρεπε να τρέξουμε κλαίγοντας, αυτή τη φορά από τα δακρυγόνα.

Καταλήξαμε σε ένα στενό, μετρώντας τους φίλους μας. Όταν έφτασαν όλοι, εξαντλημένοι πια, καθίσαμε στο πεζοδρόμιο. Αρχίσαν να χτυπούν τα κινητά μας, καθώς επανήλθε το σήμα που είχε χαθεί. Μας έστειλαν το βίντεο με τους πανηγυρισμούς της Μάγδας. Μόλις ακούστηκαν οι λυγμοί της, σώπασαν όλοι. Ακόμα και κάποιοι περαστικοί, ακούγοντάς την, στάθηκαν ακίνητοι.

Ήταν σα να στεκόμαστε όλοι προσοχή σε αυτή την γυναίκα, στον αγώνα της. Ξέραμε ότι χωρίς εκείνη τίποτα δε θα ήταν το ίδιο. Βρήκε τη δύναμη μέσα στον πόνο και την απώλεια, να μπει μπροστάρισσα στη μάχη κατά του φασισμού. Και τα κατάφερε!

Εκείνη τη μέρα γιορτάσαμε. Σηκώσαμε τα ποτήρια μας στην υγειά της Μάγδας και στη νίκη μας. Εκείνη τη μέρα ορκιστήκαμε ότι θα παλεύουμε στο εξής και για πάντα το άδικο, ακριβώς όπως κάναμε με τη Χρυσή Αυγή.

Αυτά είναι όσα θα λέω στα παιδιά μου, όσα θα μεταφέρω στις επόμενες γενιές, για να κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου, ώστε να μην ξεχαστεί ποτέ η Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2020.

Αλλά κυρίως για να μη δούμε να ζωντανεύει ποτέ ξανά το τέρας του φασισμού.

Νικήσαμε μια μάχη. Ίσως τη σημαντικότερη. Γράψαμε ιστορία. Όμως θα συνεχίσουμε μέχρι να είναι ασφαλής και ο τελευταίος που απειλείται λόγω χρώματος, καταγωγής, σεξουαλικότητας…