«Οι φοίνικες που έχω φυτέψει, ήδη αναπτύσσονται θαυμάσια και φαντάζομαι τον κόσμο που θα περπατάει από κάτω τους, ύστερα από 300 χρόνια», έγραφε σε ένα οικογενειακό γράμμα η βασίλισσα Αμαλία το 1842, καμαρώνοντας τις εξωτικές ουασινγκτόνιες, που είχε φυτέψει με τα χέρια της. Το μεγαλόπνοο όραμά της βγήκε αληθινό, ακόμα κι αν μας χωρίζουν μερικά έτη από τους τρεις αιώνες.

Ποιο ήταν αυτό; Να φτιάξει απ’ το μηδέν έναν κήπο-πρότυπο που θα μνημονεύεται για πάντα – ήταν το παιδί που θα κληρονομούσε στην ιστορία, κατά μία έννοια. Ήθελε να μνημονεύεται ως η βασίλισσα των φοινίκων.

Γι΄αυτό και γέννησε ένα πανέμορφο πνεύμονα πρασίνου στη χέρση γη μπροστά απ’ τα ανάκτορα. Αυτή δεν είναι άλλη από την περίπτωση του Εθνικού Κήπου, του πρώτου επιστημονικού και βοτανικού κήπου στη χώρα, που επιμένει να συντροφεύει τις παιδικές αναμνήσεις των περισσότερων Αθηναίων, ανεξαρτήτως ηλικίας.

Η λίμνη με τις πάπιες που τρέχαμε μικροί να ταΐσουμε με σουσάμια απ’ τον πλανόδιο κουλουρά, το ηλιακό ρολόι με τους θεόρατους φοίνικες από πίσω, το κτίριο της Παιδικής Βιβλιοθήκης όπου στεγαζόταν άλλοτε το γραφείο του Γάλλου κηποτέχνη François Louis Barault, οι πέργκολες, το ψηφιδωτό δάπεδο, οι διαδρομές και τα κρυφά αγάλματα που ανακαλύψαμε μεγαλώνοντας στο κατεξοχήν πάρκο της πρωτεύουσας – όλα αυτά αποτελούν εικόνες από τα παιδικά μας χρόνια και όχι μόνο.

Πόσα μυστικά όμως επιβιώνουν πίσω απ’ τις πόρτες του νο1 σε επισκεψιμότητα πάρκου της πρωτεύουσας;

«Ο κήπος έχει μια σπειροειδή δομή», παρατηρούσε πριν μερικά χρόνια η Βάνα Ξένου σε συνέντευξή της για την έκθεση που είχε στήσει εντός του Εθνικού Κήπου, «λόγω αυτού κυρίως, υπάρχει η αίσθηση ότι συνεχώς κάτι αποκαλύπτεται μπροστά σου».

Κιονοστοιχίες, σπάνια εξωτικά φυτά, όπως η θηριώδης πιρκούνια, καθώς και αγάλματα που ξεπετάγονται μέσα απ’ τις πρασιές συνεχίζουν να εκπλήσσουν τους επίμονους παρατηρητές.

Από το παρελθόν στο σήμερα

Δεν ήταν ευήλιες οι ημέρες στις τσέπες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, αλλά μπροστά στο πάθος και τη δίψα της βασίλισσας Αμαλίας για υστεροφημία δεν χωρούσαν αστερίσκοι: για να πετύχει να διαμορφώσει έναν τόσο μεγάλο κήπο, ο οποίος αργότερα θα αναγνωριζόταν ως σπάνιο δείγμα αρχιτεκτονικής τοπίου του 19ου αιώνα (από την Επιτροπή Ιστορικών Κήπων και Πολιτιστικών Τοπίων).

Μάλιστα, λέγεται ότι δαπανούσε 50.000 δραχμές ετησίως και ότι ο κόσμος είχε εξοργιστεί με τις ποσότητες νερού που πήγαιναν στο πάρκο. «Οι Αθηναίοι υποφέρουν, αλλά η χλόη έχει πολύ καλώς εις την υγείαν την», έγραφε ο Edmond About.

Διότι όταν μετέβησαν οι βασιλείς στην Ελλάδα, όλη αυτή η έκταση ήταν παντελώς χέρσα. Υπήρχε μεν τα υπόγεια ύδατα που τροφοδοτούσαν το Πεισιστράτειο και το Αδριάνειο Υδραγωγείο, όπως και οι αναφορές στα ιστορικά κείμενα αρχαίων χρόνων που μιλούν για έναν ιδιωτικό κήπο (ιδιοκτησίας ενός διαδόχου φιλοσόφου του Αριστοτέλη), αλλά μετά τις εκτεταμένες πολεμικές συγκρούσεις του 19ου αιώνα όλα είχαν καταστραφεί.

Ο καυτός ήλιος τύφλωνε και, σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις ευρωπαϊκών κήπων, χρειάζονταν σκιάσεις και χρώματα από άνθη.

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Elena 🥭 (@elena_aitiaridi)

Βαυαροί και Γάλλοι έχουν πρακτικά την υπογραφή τους και στον Εθνικό Κήπο. Στην αρχή, το 1836, o αρχιτέκτονας Friedrich von Gärtner οριοθέτησε αυθαίρετα μια γενναία έκταση κοντά στα 500 στρέμματα στο όνομα του επικείμενου Βασιλικού Κήπου, αλλά σύντομα φάνηκε ότι αυτό δεν ήταν εφικτό – περιελάμβανε μέχρι και κεντρικούς οδικούς άξονες.

Με την αναθεώρηση του 1839 φτάνουμε πιο κοντά στο τωρινό σχέδιο του Εθνικού Κήπου (αυτή τη στιγμή καταλαμβάνει 15,5 εκτάρια γης, ενώ μαζί με τον κήπο του Ζαππείου σκαρφαλώνουμε στα 28,5 εκταρία) και ξεκινάει η διαμόρφωσή του.

Η βασίλισσα Αμαλία είναι η πρώτη που καμαρώνει και απολαμβάνει την ανάπτυξη του νέου κήπου: πίσω από τον χώρο της Παιδικής Χαράς, μάλιστα, είχε βάλει ένα κάθισμα για να επιβλέπει τις εργασίες.

Ήθελε αίσθηση εξωτική, γι΄αυτό και πάνω από 15.000 καλλωπιστικά φυτά μεταφέρθηκαν από το εξωτερικό, κυρίως τη Γένοβα και το Μιλάνο, ώστε να φυτευτούν στο κέντρο της πόλης. Πέρα από τις ουασινγκτόνιες (σ.σ: φοίνικες), κατέφτασαν τότε με το μεταγωγικό καράβι καζουαρίνες, αρίες, γιούκες και άλλα, μερικά από τα οποία παραδόξως επιβιώνουν μέχρι σήμερα, έχοντας αντισταθεί σε δύο γερές καιρικές καταστροφές, του 1852 και του 1931.

Μέσα σε αυτή την προσπάθεια, λίγοι εστιάζουν σε δύο ακόμη κατορθώματα της βασίλισσας Αμαλίας εκείνη την εποχή: για να φτιάξει αυτόν τον πρωτότυπο κήπο, χρειάστηκε να ιδρύσει την πρώτη Υπηρεσία Πρασίνου στη χώρα, όπως και το πρώτο θερμοκήπιο του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, προκειμένου να αναπτύσσονται τα εξωτικά φυτά μέχρι να μπουν στο χώμα του κήπου.

Τι είδους κήπος είναι ο Εθνικός Κήπος

Βασικός υπεύθυνος για την ανάπτυξη του Εθνικού Κήπου ήταν ο Γάλλος κηποτέχνης François Louis Bareaud, ο οποίος ανέλαβε τη διεύθυνση μεταξύ 1845 και 1854. Μπορεί ο Friedrich Schmidt που τον διαδέχτηκε να έμεινε στη θέση για 30 ολόκληρα χρόνια, αλλά εκείνος ήταν που έφτιαξε το αττικό γραμμικό σχέδιο, με το οποίο αναπτύσσεται ο Εθνικός Κήπος και ουσιαστικά έχει μείνει στη συλλογική μας συνείδηση.

Γι’ αυτό και χάνεσαι μέσα στον κήπο, όσο καλά κι αν τον γνωρίζεις. Παραδοσιακά, τα μεγάλα δημόσια πάρκα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: εκείνα που είναι εγγύτερα στο γαλλικό μοντέλο, με σαφείς άξονες και κέντρα αναφοράς, και εκείνα που είναι κοντινότερα στους αγγλικούς κήπους, όπου το φυσικό τοπίο είναι μεν απόλυτα μελετημένο αλλά δείχνει πιο ελεύθερο και αυτοδημιούργητο. Ο Εθνικός Κήπος έχει λίγο και από τις δύο περιπτώσεις στην οργάνωσή του αλλά για να είμαστε ορθότεροι πρέπει να τον δούμε ως μοναδική περίπτωση, που συνδιαλέγεται με το Αττικό Τοπίο.

Από τη δόξα των βασιλικών χρόνων, όπου ο κήπος ήταν φυσικά προσβάσιμος στους πολίτες μόνο εφόσον έλειπαν οι άμαξες της οικογένειας, μέχρι τα σύγχρονα χρόνια ως μεγάλη ανάσα μέσα στον πυκνοδομημένο ιστό του κέντρου (από το 1917 έχει αποδοθεί στους πολίτες αλλά μόλις το 1974 μετονομάστηκε οριστικά σε Εθνικός Κήπος από Βασιλικός), το μοναδικό αυτό πάρκο έχει περάσει εποχές παραμέλησης και αδιαφορίας, χωρίς να πάψει ποτέ να λάμπει στα μάτια όσων γνώριζαν τα μυστικά του.

Ένα γενναίο πρόγραμμα αποκατάστασης βρίσκεται τώρα σε εξέλιξη από τον Δήμο Αθηναίων (πρόσφατα παραδόθηκε το πρώτο ολοκληρωμένο κομμάτι στη βόρεια πλευρά), επιχειρώντας να αποκαταστήσει μερικά απ’ τα κενά των τελευταίων χρόνων.