
Μια συγκλονιστική μαρτυρία για το μεγαλείο της δωρεάς οργάνων και τη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης προσφέρει μέσα από τη συνέντευξή της στο Πρακτορείο Fm η 44χρονη Κατερίνα Τσάντου. Η κοινωνική λειτουργός και ψυχοθεραπεύτρια, δεκατέσσερα χρόνια μετά τη μεταμόσχευση καρδιάς που της χάρισε μια δεύτερη ευκαιρία, ανοίγει την ψυχή της και περιγράφει με συγκλονιστικές λεπτομέρειες τη διαδρομή από το σκοτάδι της καρδιακής ανεπάρκειας στο φως της «αληθινής ζωής».
Ο Γολγοθάς της ξεκίνησε όταν ήταν μόλις 4 μηνών. Όπως η ίδια εξηγεί, στα 12 της χρόνια υποβλήθηκε σε εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς, ενώ στην ηλικία των 25 ετών υπέστη τέσσερις ανακοπές, περνώντας την εξαιρετικά επώδυνη διαδικασία τοποθέτησης αμφικοιλιακού απινιδωτή. Στα 29 της χρόνια βρέθηκε στη λίστα αναμονής του Ωνασείου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου σε συνθήκες ύψιστης προτεραιότητας.
Η αφόρητη καθημερινότητα πριν από το τηλεφώνημα
Οι οκτώ μήνες νοσηλείας που μεσολάβησαν μέχρι να βρεθεί το συμβατό μόσχευμα περιγράφονται ως ένας πραγματικός εφιάλτης. «Οι πόνοι μου ήταν αφόρητοι, επειδή το συκώτι μου είχε τριπλασιαστεί σε όγκο από την καρδιακή ανεπάρκεια. Δεν μπορούσα καν να σηκωθώ να περπατήσω τρία μέτρα για να πάω στο μπάνιο. Το να φορέσω το καλσόν μου, ή το εσώρουχο μου, ήταν αδιανόητα δύσκολο. Όλα αυτά τα έκανε η μητέρα μου», εξομολογείται η κυρία Τσάντου, εξηγώντας πώς το άγχος της αναμονής για το σωτήριο τηλεφώνημα την είχε καταβάλει ψυχολογικά.
Το πρώτο 24ωρο της νέας ζωής: «Ένιωθα το αίμα μου ζεστό»
Η στιγμή της αφύπνισης, 24 ώρες μετά το πολύωρο χειρουργείο, έχει χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη της. Η περιγραφή της προκαλεί ρίγος: «Μπήκα στο χειρουργείο με μία πίεση 8 με 5 και ξύπνησα με 18. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, ένιωθα το αίμα να είναι πάρα πολύ ζεστό, να κυλάει σε όλο μου το σώμα. Όλο αυτό το ένιωθα ως ζωή».
Μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα, η ίδια βρέθηκε στο σπίτι της, έτοιμη να ξεκινήσει από το μηδέν. «Μία ζωή που μπορεί να περιλαμβάνει ταξίδια, όνειρα, αθλητισμό, σχέσεις. Όλα αυτά που παύεις να έχεις όταν βρίσκεσαι σε τελικό στάδιο ανεπάρκειας», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Οι ενοχές και η γνωριμία με την οικογένεια του 16χρονου δότη
Μία από τις πιο φορτισμένες στιγμές της συνέντευξής της αφορά τη διαχείριση των συναισθημάτων απέναντι στον άνθρωπο που της έσωσε τη ζωή: έναν 16χρονο έφηβο. «Η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό ήταν ότι κάποιος έφυγε για να είμαι εγώ εδώ. Στο άκουσμα μετά ότι ήταν ένα παιδί 16 ετών, ήταν πολύ δύσκολο να το διαχειριστώ. Μου πήρε πάρα πολύ καιρό να εκλογικεύσω ότι ο λήπτης δεν φέρει ευθύνη, αλλά ήταν μία τεράστια πράξη ανθρωπιάς».
Αν και το θεσμικό πλαίσιο προστατεύει την ανωνυμία, στην Ελλάδα, λόγω του μικρού μεγέθους της κοινωνίας, οι ταυτότητες συχνά αποκαλύπτονται. Η κυρία Τσάντου νιώθει τεράστια ευγνωμοσύνη που κατάφερε να γνωρίσει την οικογένεια του 16χρονου, αναπτύσσοντας μαζί τους μια σχέση βασισμένη στον βαθύ σεβασμό, την εκτίμηση και την αγάπη. Όσο για τον μύθο της «υιοθέτησης» χαρακτηριστικών του δότη, η ίδια ξεκαθαρίζει πως αυτό που αισθάνεται είναι πως απλώς δεν είναι πια ποτέ μόνη της.
Η πειθαρχία της επόμενης μέρας
Κλείνοντας, η 44χρονη γυναίκα φροντίζει να προσγειώσει τα πράγματα στην πραγματικότητα, τονίζοντας πως η ζωή μετά τη μεταμόσχευση απαιτεί τεράστια αυτοπειθαρχία, ειδικά τον πρώτο χρόνο. Η αυστηρή τήρηση της φαρμακευτικής αγωγής, η συνέπεια στις εξετάσεις και η προσοχή απέναντι στις λοιμώξεις αποτελούν μονόδρομο.
Παρ’ όλα αυτά, το μήνυμά της προς όσους βρίσκονται σήμερα στις λίστες αναμονής είναι ξεκάθαρο και γεμάτο ελπίδα: «Να δώσουν αυτό τον αγώνα, γιατί όλη αυτή η αναμονή αξίζει πραγματικά. Ναι μεν έχει δυσκολίες, αλλά πάνω απ’ όλα είναι αληθινή ζωή και αξίζει κάθε μέρα, κάθε λεπτό αναμονής».



















































