Γράφει η Μαριάννα Κακαουνάκη*

Πέρυσι τέτοιον καιρό, στο ετήσιο μνημόσυνο, κάναμε τα τελευταία γυρίσματα για το κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ για το Μάτι. Έχοντας βρεθεί εκεί σχεδόν σε κάθε επέτειο, ένιωθα πως αυτή τη φορά υπήρχε μια άλλη ενέργεια.

Υπήρχε πλέον μια καταδικαστική απόφαση: δέκα κατηγορούμενοι είχαν κριθεί ένοχοι, τέσσερις είχαν οδηγηθεί στη φυλακή. Για πρώτη φορά ήταν εκεί κι ο πραγματογνώμονας της υπόθεσης, Δημήτρης Λιότσιος, που είχε παίξει καθοριστικό ρόλο στη διερεύνησή της. Για εμένα και για την ταινία, έκλεινε ένας κύκλος.

Δημοσιογραφικά, άρχισα να ασχολούμαι με την υπόθεση έξι μήνες μετά τη φωτιά. Ο Αλέξης Παπαχελάς είχε βρει τις ηχογραφημένες συνομιλίες της Πυροσβεστικής εκείνης της ημέρας και ξεκίνησα να τις ακούω ‒τις άκουσα όλες‒ προσπαθώντας να καταλάβω τι πήγε τόσο λάθος. Τα χιλιάδες ηχητικά φωτίζουν πολλές και διαφορετικές πτυχές των γεγονότων. Αν, όμως, ένα πράγμα ήταν ξεκάθαρο ακούγοντάς τα, ήταν πως εκείνο το απόγευμα το κράτος κατέρρευσε. Για εκείνο το πρώτο τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ, που προβλήθηκε το 2019 στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ, είχα έρθει σε επαφή με πολύ κόσμο.

Οι περισσότεροι δυσκολεύονταν να μου μιλήσουν. Το ένιωθα πως το τραύμα ήταν ακόμη ανοιχτό. Δεν ήταν μόνο το μέγεθος της καταστροφής και της απώλειας, αλλά και η στάση της τότε κυβέρνησης: το αφήγημα, από την επομένη κιόλας της καταστροφής, για τα αυθαίρετα και τις ευθύνες των κατοίκων. Το παράδοξο είναι πως, παρότι αργότερα στο δικαστήριο κανείς από τους κατηγορουμένους δεν προέβαλε αυτό το επιχείρημα, σε συζητήσεις για το Μάτι πάντα κάποιος θα βρεθεί να πει πως για το κακό έφταιγε η αυθαίρετη δόμηση.

Δύο χρόνια μετά, το 2020, ήρθε στα χέρια μου ένα στικάκι με μια ηχογραφημένη συνομιλία. Μια συνομιλία διάρκειας περίπου τριάντα λεπτών, την οποία είχε καταγράψει ο Δημήτρης Λιότσιος, περίπου δύο μήνες αφού είχε αναλάβει ως πραγματογνώμονας, όταν τον κάλεσε στο αρχηγείο ο επικεφαλής του Σώματος. Εκεί, ειπώθηκαν αδιανόητα πράγματα. Του ασκήθηκε πίεση να θάψει στοιχεία. Απειλήθηκε πως, αν έγραφε για ευθύνες ανωτέρων, «θα μαζευτούν όλοι και θα τον σκίσουν».

Τον Λιότσιο δεν τον ήξερα τότε. Μπορεί να είχα κυριολεκτικά αρρωστήσει με όσα είχα ακούσει, αλλά είχα θαυμάσει τη δύναμή του. Το πώς είχε πάει απέναντι σε ένα ολόκληρο σύστημα, το οποίο ο ίδιος ακόμη υπηρετούσε. Η δημοσιοποίηση της συνομιλίας προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, θόρυβο. Λίγες εβδομάδες αργότερα, βέβαια, η υπόθεση ξεχάστηκε.

Το επόμενο διάστημα βρεθήκαμε και οι δύο κατηγορούμενοι σε μια δίκη που κράτησε χρόνια. Αθωωθήκαμε και, πριν από μερικούς μήνες, καταδικάστηκε ο πρώην αρχηγός, Βασίλης Ματθαιόπουλος. Μου έχει κάνει, όμως, εντύπωση πως πολύς κόσμος δεν γνωρίζει ούτε αυτή τη συνομιλία και την απόπειρα συγκάλυψης.

Τον Ιούλιο του 2022 ξεκινήσαμε τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ. Ήθελα να μπω πιο βαθιά στην ιστορία. Να καταγράψω τη δικαστική διαδρομή της υπόθεσης, παρακολουθώντας τον Δημήτρη Λιότσιο και την Αθηνά Μουτάφη, που βρέθηκε στο Μάτι με τα δύο της παιδιά και είδε μπροστά στα μάτια της τον γιο της, Βίκτωρα, να φεύγει από τη ζωή.

Έζησα την αγωνία της όσο πλησίαζε η δίκη. Ήταν σαν να της ζητούσαν να ξαναζήσει την 23η Ιουλίου 2018. Ήμουν μαζί της τον Οκτώβριο του 2022, την ημέρα που η δίκη ξεκίνησε επεισοδιακά, σε μια αίθουσα που χωρούσε με το ζόρι πενήντα άτομα. Και ήμουν εκεί και τον Ιούνιο του 2025, όταν εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου.

Η κινηματογράφηση δεν επιτρέπεται μέσα στη δικαστική αίθουσα. Καταγράψαμε, όμως, την αναμονή στους προθαλάμους, ήμασταν εκεί όταν οι μάρτυρες έβγαιναν από την αίθουσα, αφού είχαν καταθέσει. Τον Φεβρουάριο του 2023 ήρθε η σειρά του Δημήτρη Λιότσιου. Κατέθετε για εβδομάδες, με τους δικηγόρους των κατηγορουμένων συχνά να τον φέρνουν στα όριά του.

Σε κάθε διάλειμμα τον ακολουθούσα σε ένα μικρό δωμάτιο, μια αποθήκη των συνεργείων καθαρισμού, ακριβώς δίπλα στην αίθουσα όπου διεξαγόταν η δίκη. Εκεί αποσυρόταν, για να μην έρχεται σε επαφή με κανέναν.

Η αναγνώριση για όσα έχει κάνει δεν έχει έρθει ‒ακόμη‒ από το κράτος. Ήρθε, όμως, από τους ανθρώπους του Ματιού. Όταν οι αστυνομικοί οδήγησαν με χειροπέδες τους ενόχους εκτός δικαστικής αίθουσας, ο κόσμος, αυθόρμητα, άρχισε να φωνάζει δυνατά το δικό του όνομα. Ελπίζω, μέσα από την ταινία, να φανεί πόσο σημαντική ήταν η συμβολή του. Πόσα διακινδύνευσε, επιλέγοντας να μην ενδώσει στις πιέσεις και τις απειλές.

Τον Αύγουστο του 2025 πήρα σε έναν σκληρό δίσκο όλο το υλικό που είχα συγκεντρώσει από τα γυρίσματα και για δυο περίπου μήνες πήγαινα καθημερινά σε μια βιβλιοθήκη για να το δω όλο ξανά και να γράψω το σενάριο.

Ένα απόγευμα, κάποιος ήρθε και με σκούντηξε. «Συγγνώμη που σας διακόπτω, αλλά θέλω εδώ και μέρες να σας ρωτήσω. Τι δουλεύετε; Γιατί κάθε λίγα λεπτά σάς ακούω να αναστενάζετε». Δεν ήταν μόνο η φόρτιση των στιγμών που είχαμε καταγράψει. Ήταν το βάρος της υπόθεσης. Το βάρος της ευθύνης που σίγουρα νιώθω. Πώς μπορείς να πεις σε βάθος και με πληρότητα αυτή την ιστορία σε 85 λεπτά; Όχι μόνο τι έγινε εκείνη την ημέρα, αλλά και τι ακολούθησε. Πώς διαχειρίζεσαι τον πόνο και την απώλεια όλων αυτών των ανθρώπων;

Έναν χρόνο μετά, το κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ «Μάτι 23.07» ολοκληρώνεται. Παρότι είναι ό,τι πιο δύσκολο έχω κάνει, είναι κι αυτό για το οποίο είμαι περισσότερο περήφανη. Ένας φόρος τιμής στους 104 νεκρούς, σε αυτούς που ακόμη παλεύουν με το τραύμα εκείνης της ημέρας, αλλά κι όλους όσοι αγωνίστηκαν για την αλήθεια.

*Η Μαριάννα Κακαουνάκη είναι αρθρογράφος στην εφημερίδα «Καθημερινή» και η δημοσιογράφος που επιμελήθηκε το ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΙ «Τραγωδία στο Μάτι: Τα ντοκουμέντα της συγκάλυψης» με τις συνομιλίες από εκείνο το απόγευμα Δευτέρας του 2018

Προηγούμενο άρθροΗ παρακαταθήκη του πατρός Αντωνίου στον Ιερό Ναό Προφήτη Ηλία Νέας Μάκρης
Επόμενο άρθροΤο Κέντρο Υγείας Νέας Μάκρης δεύτερο σε όλη την Αττική σε συνταγογραφήσεις!