Ο χειμώνας δεν είναι εύκολος στον Σχινιά για τους λιγοστούς μόνιμους κατοίκους που έχουν επιλέξει να στήσουν εκεί τη ζωή τους. Προφανώς είναι δυσκολότερος για τα πολλά -δυστυχώς- αδέσποτα που… σουλατσάρουν στην περιοχή και δίνουν καθημερινή μάχη επιβίωσης.

Για την Κάρμα εκείνος ο χειμώνας του 2020, λίγο μετά το σοκ του κορονοϊού και λίγο πριν το πρώτο lockdown, ήταν εφιαλτικός. Όσο εφιαλτική ήταν και η εικόνα του φιλόζωου που την είδε ξαφνικά μπροστά του, 26 Φεβρουαρίου, ημέρα Τετάρτη.

«Ελένη, βρήκα ένα σκυλί δεμένο σε ένα δέντρο στη μέση του πουθενά στον Σχινιά. Τι να κάνω;», το τηλεφώνημα στην εθελόντρια της Φιλοζωικής. Η μικρή μπορεί εκείνη την ώρα που ήταν κατατρομαγμένη, κρύωνε και πεινούσε να μην είχε ιδέα τι πρόκειται να συμβεί, ωστόσο μπροστά της είχε τον σωτήρα της και εκείνη η στιγμή ήταν το ξεκίνημα της λύτρωσής της.

Μόλις είχε γλιτώσει τη ζωή της, καθώς το συγκεκριμένο μέρος είναι γεμάτο από αγέλες και ήταν θέμα χρόνου να την κατασπαράξουν, έτσι δεμένη και ανήμπορη να ξεφύγει όπως ήταν. Ή πιο σωστά, όπως την καταδίκασε κάποιος…

Κάπου 33 χιλιόμετρα πιο μακριά, ένα νεαρό ζευγάρι βρισκόταν σε μια περίεργη φάση στη ζωή του. Ο μεν Μιχάλης είχε νικήσει τον καρκίνο, αλλά ήταν σε στάδιο αποθεραπείας από χειρουργείο και οι μέρες του κυλούσαν στο σπίτι. Η δε Ρούλα, είχε μόλις χάσει τη μητέρα της, πάλευε με την κατάθλιψη και χαμογελούσε σπάνια. Σκεφτόταν ότι ένα σκυλάκι ίσως τη βοηθούσε να ξεχάσει, αλλά έλα που ο σύντροφός της είχε μεγαλώσει με γάτες και δεν ήταν και πολύ φανατικός της συγκεκριμένης ιδέας.

Η Κάρμα είχε μόλις «ποζάρει», εν αγνοία της, για να μπει στον λογαριασμό της Φιλοζωικής Μαραθώνα μια ανάρτηση για το μέλλον της. Ήταν όλες κι όλες δυο-τρεις μέρες στο σπίτι του ευεργέτη της, αλλά δεν μπορούσε να μείνει και για πολύ παραπάνω.

Ο Μιχάλης και η Ρούλα, πάλι, καθισμένοι στον καναπέ με ένα τάμπλετ στο χέρι, κοιτούσαν φωτογραφίες. Δείγμα ότι ο Μιχάλης είχε ήδη χάσει το… παιχνίδι. Σκρολ ντάουν και ξανά σκρολ ντάουν και «μήπως αυτό;», «μπα θα γίνει μεγάλο».

«Αυτό!». Επόμενη σκηνή, επίσκεψη στο σπίτι του νεαρού που είχε αναλάβει την προσωρινή φιλοξενία της. Έρωτας με την πρώτη ματιά. Τόσο έντονος, που η Κάρμα ήξερε. Με το που άνοιξε η πόρτα του σπιτιού, έφυγε σφαίρα για το αυτοκίνητο, μπήκε μέσα, την πήρε ο ύπνος, βρήκε τη νέα της θέση στο μόνιμο πια σπίτι της και ξαναενόχλησε μετά από δύο μέρες.

«Στην αρχή ήταν λίγο περίεργη στο φαγητό. Αγρίευε, γιατί μάλλον ζούσε σε μέρος με πολλά σκυλιά, κοινόβιο και έδινε αγώνα για να φάει. Αλλά κατά τα άλλα, το πιο υπέροχο πλάσμα στον κόσμο, με ανθρώπους, σκύλους και γάτες. Και καταπληκτική με τα παιδιά».

Ακούς τη Ρούλα να μιλάει για την 3 χρονών πλέον φιλενάδα της και καταλαβαίνεις ότι η κατάθλιψη κλειδώθηκε σε ένα ντουλάπι. Βλέπεις τον Μιχάλη ξαπλωμένο μαζί της να γελάνε μέχρι και τα αυτιά του και αντιλαμβάνεσαι πως είναι άλλος ένας από αυτούς τους «δε θέλω σκύλο», που δεν είχε ιδέα τι έλεγε. Και βέβαια ξέρεις γιατί την ονόμασαν Κάρμα…