Είχαν οργανωμένο κύκλωμα πορνείας, με πλούσιος και διάσημους πελάτες – Η μία είχε εκπορνεύσει και την κόρη της

Τον Σεπτέμβριο του 1972 η ελληνική αστυνομία εξάρθρωσε τέσσερις υποθέσεις μαστροπείας. Στα «πελατολόγια» φιγούραραν ονόματα εφοπλιστών, βιομηχάνων και εργοστασιαρχών. Τα νεαρά θύματα ήταν κορίτσια ηλικίας 15-24 ετών.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, οι αρχές έδωσαν στη δημοσιότητα τα πρόσωπα των «εγκεφάλων». Η ελληνική κοινωνία δεν ήταν προετοιμασμένη γι’ αυτό που θα αντίκριζε.

Πίσω από την εκπόρνευση των κοριτσιών βρίσκονταν τέσσερις γυναίκες. Οι δύο ήταν παντρεμένες και είχαν παιδιά. Η 46χρονη Β., η 64χρονη Σ., η 48χρονη Ε. και η 35χρονη Φ. οδηγήθηκαν ενώπιον της δικαιοσύνης με την κατηγορία της μαστροπείας.

Αν και δραστηριοποιούνταν σε διαφορετικές περιοχές και λειτουργούσαν ανεξάρτητα, αποδείχθηκε ότι σε περιπτώσεις κινδύνου συνεννοούνταν μεταξύ τους, ενώ συχνά «αντάλλασσαν εμπόρευμα». Επιπλέον, η τακτική που ακολουθούσαν για να παγιδέψουν τις κοπέλες ήταν κοινή.

Πρωτοσέλιδο της εποχής

Μεθοδολογία

Οι αρχές υπολόγιζαν ότι στα δίχτυα τους είχαν πέσει πάνω από 100 ανυποψίαστα θύματα. Πολλά από αυτά ανήλικα. Οι γυναίκες προσέγγιζαν τις κοπέλες σε ζαχαροπλαστεία, πλατείες και μπαρ. Τους έπιαναν φιλικά την κουβέντα και τις έκαναν να πιστέψουν ότι συνομιλούσαν με κυρίες της υψηλής κοινωνίας.

Άλλοτε βασίζονταν στον εντυπωσιασμό και στην ματαιοδοξία των κοριτσιών, άλλοτε στην ανάγκη τους για χρήματα. Τους έλεγαν ότι είχαν γνωριμίες με σημαντικά πρόσωπα και ότι μπορούσαν να τις φέρουν σε επαφή. Με αυτόν τον τρόπο αποσπούσαν σε πρώτη φάση το τηλέφωνό τους.

Μερικές μέρες αργότερα, τις καλούσαν. Τους έδιναν μία διεύθυνση και τους έλεγαν ότι ήταν η οικία κάποιου σημαντικού ατόμου το οποίο ήθελε να τις γνωρίσει. Πολλές φορές τις συνόδευαν μέχρι την πόρτα του. Σπανιότερα τα ραντεβού κλείνονταν στον χώρο της μαστροπού.

Όταν έμεναν μόνες με το πρόσωπο, τους περίμενε μία δυσάρεστη έκπληξη. Ο κύριος που συνήθως ήταν τουλάχιστον μεσήλικας, δεν προτίθετο να τους κάνει κάποια επαγγελματική πρόταση. Είχε πληρώσει για να κάνει σεξ. Επρόκειτο για εύπορους άνδρες, γνωστά ονόματα στους εφοπλιστικούς και επιχειρηματικούς κύκλους, με «διεφθαρμένες σεξουαλικές ορέξεις», όπως τους περιέγραφε ο τύπος της εποχής.

Η αμοιβή που έδιναν στις μαστροπούς ήταν αδρά. Κυμαινόταν από 2.000 μέχρι 4.000 δραχμές τη βραδιά, αναλόγως τις ιδιαίτερες απαιτήσεις που είχαν. Από τα χρήματα αυτά, έδιναν στις κοπέλες από 100 έως 400 δραχμές

Οι τέσσερις γυναίκες μαστροποί είχαν οδηγήσει στον δρόμο της ακολασίας όμορφα κορίτσια καλών οικογενειών και τα υποχρέωναν στις ανώμαλες ορέξεις αρκετών «καθώς πρέπει κυρίων» με χοντρά πορτοφόλια και πολλά βίτσια

Η αποκάλυψη του κυκλώματος

Είτε από φόβο, είτε από ανάγκη, πολλές κοπέλες ανταποκρίνονταν στο δεύτερο κάλεσμα της μαστροπού, παρότι πια ήξεραν περί τίνος πρόκειται. Το Σεπτέμβριο του 1972, η Υπηρεσία Ηθών της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών έφτασε στα ίχνη των τεσσάρων παράνομων οίκων ανοχής μετά από καταγγελίες νεαρών θυμάτων.

Στις 22 Σεπτεμβρίου αστυνομικοί έκαναν έφοδο στα κτίρια αιφνιδιάζοντας τις τέσσερις «διευθύντριες» και τους πελάτες τους, οι οποίοι βρίσκονταν επί το «έργον».

Ο φάκελος της υπόθεσης έκανε λόγο για «τέσσερα οργανωμένα διαφθορεία που λειτουργούσαν στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, στην πλατεία Κολιάτσου, στον Άγιο Παντελεήμονα και στους Αμπελόκηπους».

Οι οίκοι ανήκαν αντίστοιχα στην 46χρονη Β., την 64χρονη Σ., την 48χρονη Ε. και την 35χρονη Φ. Οι τρεις από τις τέσσερις γυναίκες δεν είχαν απασχολήσει ποτέ την αστυνομία. Η μοναδική σεσημασμένη για υποθέσεις μαστροπείας ήταν η 64χρονη.

Η πιο δραστήρια, ωστόσο, ήταν η 48χρονη, η οποία συστηνόταν ως Μπέμπα. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα δεκάδες θύματα που εξέτασαν οι αρχές, κανένα δεν ήξερε το πραγματικό όνομα της προαγωγού του. Ορισμένες κοπέλες ήξεραν μόνο το μικρό, ενώ οι περισσότερες τις γνώριζαν με κάποιο ψευδώνυμο.

Ποινές

Παρόλο που οι υποθέσεις τους είχαν πολλά κοινά σημεία, οι τέσσερις γυναίκες δρούσαν ανεξάρτητα. Έτσι, η καθεμία δικάστηκε χωριστά. Από τις εκατοντάδες κοπέλες που έπεσαν θύματά τους, ελάχιστες εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου για να καταθέσουν. Τα αυστηρά ήθη της εποχής και ο φόβος του κοινωνικού στιγματισμού επικράτησαν της ανάγκης για δικαίωση.

Στην δίκη της 64χρονης Σ. (αριστερά), κατέθεσε και η κόρη της (δεξιά)

Η δίκη της Β. με τον οίκο στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας δεν καλύφθηκε από τις εφημερίδες. Η 46χρονη ήταν ίσως η λιγότερο δραστήρια από τις τέσσερις.

Τον Απρίλιο του 1973, το τριμελές εφετείο Αθηνών καταδίκασε την 35χρονη Φ. σε φυλάκιση 20 μηνών και χρηματική ποινή 10.000 δραχμών για μαστροπεία εκ κερδοσκοπίας. Πρωτόδικα είχε καταδικαστεί σε 2,5 χρόνια κάθειρξη και καταβολή 15.000 δραχμών.

Τον Ιούλιο του 1973, το Πλημμελειοδικείο Αθηνών επέβαλε την «αυστηροτέρα ποινή δια το αδίκημα της μαστροπείας» στην 48χρονη Ε. Στο σπίτι της επονομαζόμενης «Μπέμπας» είχε βρεθεί βιβλιάριο με καταθέσεις 640.000 δραχμών, ενώ στην κατοχή της είχε επίσης μία έκταση 200 στρεμμάτων στην Κόρινθο. Στην μεσήλικα μαστροπό επιβλήθηκαν 7,5 χρόνια κάθειρξης, 5ετής απαγόρευση διαμονής στην Αθήνα και 3ετής στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων.

Τέλος, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους πραγματοποιήθηκε η δίκη της Σ., της μοναδικής σεσημασμένης. Όπως ακούστηκε στο δικαστήριο, η 64χρονη εξέδιδε μέχρι και την κόρη της, η οποία μάλιστα κατέθεσε ενώπιον των ενόρκων. Η ποινή που επιβλήθηκε στην αδίστακτη ηλικιωμένη ήταν 4 χρόνια κάθειρξη χωρίς αναστολή και πρόστιμο 10.000 δραχμών.