
Κάποτε στις νότιες Άλπεις υπήρχαν τρεις λίμνες: η Resia, η Curon και η San Valentino alla Muta κι ένα μικρό αλπικό χωριό, ήσυχο γεμάτο γοητεία. Οι ντόπιοι δεν ήταν πολλοί αφού δεν ξεπερνούσαν τα 900 άτομα, αγαπούσαν το σπίτι τους και απολάμβαναν καθημερινά τη θέα του εμβληματικού καμπαναριού που στεκόταν στη μέση του χωριού τους από τον 14ο αιώνα. Μέχρι το 1939, όταν αποφασίστηκε και ξεκίνησε η κατασκευή ενός φράγματος για τη λειτουργία ενός υδροηλεκτρικού εργοστασίου.
Μια τέτοια απόφαση συμπεριλάμβανε φυσικά την ενοποίηση των δύο λιμνών, της Resio και της Curon αλλά και την κατεδάφιση του χώριου που δεν είχε πλέον θέση στη νέα «εξελιγμένη και προηγμένη» εικόνα. Τα σπίτια, οι δρόμοι, οι ζωές τους μέχρι τότε έπρεπε να βυθιστούν για την παραγωγή ενέργειας.

Η κατασκευή του φράγματος αναβλήθηκε για πέντε χρόνια λόγω του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου και παρά τις προσπάθειες των ντόπιων να αποτρέψουν αυτή την οδυνηρή για τις ζωές τους κατάληξη, στράφηκαν ακόμα και στον Πάπα Πίο ΧΙΙ αλλά μάταια, το Curon βυθίστηκε τελικά το 1950 από 120 εκατ. κυβικά μέτρα γλυκού νερού και περισσότερα από 2.000 σπίτια εξαφανίστηκαν. Οι κάτοικοι αναζήτησαν και έφτιαξαν νέα ζωή στα βουνά τριγύρω ενώ με τον καιρό χτίστηκε το χωριό Curon Ventosa, το οποίο αντικρύζει από μακριά τη βυθισμένη πόλη και σήμερα απαριθμεί περίπου 2.500 κατοίκους.
Το μόνο σημείο που εξακολουθεί μετά από περισσότερα από εβδομήντα χρόνια να θυμίζει την αλλοτινή ζωή του χωριού Curon είναι ο μοναχικός πύργος της εκκλησίας που παρέμενε αλώβητος και μοναχικός. Ένα ξεχωριστό, και λίγο μελαγχολικό θέαμα που έγινε γνωστό και ιδιαίτερα δημοφιλές τόσο από τους μανιώδεις του Instagram που απαθανάτιζαν το παράξενο αυτό θέαμα αλλά και από τη σειρά του Netflix, Curon (2020) βασισμένη στο μυθιστόρημα του Marco Balzano, Resto Qui (I’m Staying Here) που δημοσιεύθηκε το 2018.


Τον Απρίλιο, η πόλη που βυθίστηκε έδειξε ξανά το πρόσωπό της, αναδύθηκε και πάλι με αφορμή την αποστράγγιση της λίμνης για επισκευές του υδροηλεκτρικού εργοστασίου. Τα πέτρινα δρομάκια της, τα τοξωτά κελάρια και η ομορφιά του μικρού αυτού χωριού πέρασαν απαρατήρητα σχεδόν από τον κόσμο που παρέμεινε εγκλωβισμένος λόγω της πανδημίας στα σπίτια του. Μέχρι πριν λίγες ημέρες που ελεύθεροι ξανά οι άνθρωποι και λίγο προτού ξαναβυθιστεί το χωριό, το αντιλήφθηκαν και η μελαγχολική ιστορία του αναδύθηκε και πάλι.
Σήμερα, γνωστή ως λίμνη Resia ή Reschensee στα γερμανικά, η τοποθεσία αυτή που κάποτε έστεκε το μικρό αυτό χωριό βρίσκεται κοντά στα σύνορα της Αυστρίας και της Ελβετίας. Φωτογραφίες και βίντεο του εγκαταλελειμμένου χωριού εμφανίστηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δείχνοντας τα ερείπια στο γραφικό τους περιβάλλον ανάμεσα στους λόφους του Νότιου Τιρόλου. Ο θρύλος λέει ότι μπορεί κανείς να περπατήσει μέχρι τον πύργο στην παγωμένη λίμνη και να ακούσει ακόμα και τις καμπάνες της εκκλησίας – παρόλο που αφαιρέθηκαν το 1950.














































