Για τα συναισθήματα που τον κατέκλυζαν όλα αυτά τα χρόνια, τις στιγμές που ένιωθε μόνος παρότι δίπλα του στάθηκαν πολλοί γνωστοί αλλά και εντελώς άγνωστοί του και τη δυσκολία να σταθεί στο δικαστήριο απέναντι σε συναδέλφους του έχοντας τη μεγάλη ευθύνη να μην αδικήσει κανέναν αλλά και να υπηρετήσει την αλήθεια, μίλησε στη MP ο Δημήτρης Λιότσιος.
«Πέρασαν επτά χρόνια. Επτά χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων πάντα ένιωθα ότι δίπλα μου είχα πολλούς ανθρώπους, γνωστούς και άγνωστους.
Κι όμως, ο δρόμος που ακολούθησα είχε πολλή μοναξιά, όπως επίσης και πολύ μεγάλη ευθύνη, ανησυχία και προσωπικό κόστος. Αλλά δεν γινόταν διαφορετικά…
Όφειλα να κάνω αυτό που μου επέβαλε η συνείδησή μου, για να μπορώ να την έχω καθαρή για το υπόλοιπο της ζωής μου. Να καταγράψω τα στοιχεία που μου υποδείκνυαν την Αλήθεια, με μόνη μου έννοια να είμαι αντικειμενικός. Να μην αδικήσω κανέναν.
Καταγραφοντας τα γεγονότα, όπως αυτά προέκυπταν και με σύμμαχο την πολυετή εμπειρία μου στο πεδίο, μπορούσα να αντιληφθώ την εξέλιξη των πραγμάτων εκείνη τη Δευτέρα. Κι ήταν αυτό ακριβώς το σημείο που θα μπορούσα να παρασυρθώ σε κρίσεις και εκτιμήσεις. Δεν το έκανα, έμεινα επικεντρωμένος στην αλήθεια, στα γεγονότα, γιατί οι ισορροπίες ήταν πολύ λεπτές», τονίζει αρχικά και στη συνέχεια αναφέρεται στα άτομα των οποίων τις παραλείψεις κλήθηκε να καταγράψει, αγνοώντας απειλές, Θεούς και δαίμονες…
«Έχω ξαναπεί, αυτούς τους ανθρώπους των οποίων τις ενέργειες κλήθηκα να εξετάσω τους γνωρίζω. Έχω υπηρετήσει μαζί με κάποιους εξ αυτών. Δεν θα επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου να μην είμαι ακριβής στην αποτύπωση των στοιχείων. Δεν θα επέτρεπα στον εαυτό μου να γίνω η αιτία να αδικηθεί κάποιος.
Όσο μεγάλη είναι η ευθύνη να αναδειχθεί η αλήθεια, άλλο τόσο μεγάλη είναι να μην κουβαλήσει κάποιος στην πλάτη του βάρη που δεν του αναλογούν. Αύριο μπορεί να βρεθώ εγώ στη θέση τους και κάποιος άλλος να είναι απέναντι, να κρίνει τις δικές μου ενέργειες στο πεδίο. Πώς θα απαιτήσω αντικειμενικότητα και ακριβοδικία;
Πέρασαν επτά χρόνια. Και μετά από μεγάλες μάχες, ανακοινώθηκε μια απόφαση από το δικαστήριο. Δεν έχω καμία αρμοδιότητα να την κρίνω.
Μας δίνεται όμως και μια ευκαιρία να αλλάξουμε την αντίληψη των πραγμάτων.
Δεν πρέπει να είναι ο καθέ θεσμός λαγούμι όπου θα κρύβουμε την ολιγωρία και την ευθυνοφοβία μας. Ούτε βέβαια μέσο να ικανοποιούμε την προσωπική μας αυταρέσκεια.
Όταν αναλαμβάνουμε μία θέση ευθύνης, θα πρέπει να αναλαμβάνουμε και το βάρος της.
Να είμαστε έτοιμοι για τα δύσκολα που μπορεί να έρθουν, να ξέρουμε ότι οφείλουμε να βγούμε μπροστά και να προστατεύσουμε τα στελέχη μας και τους πολίτες.
Να αναλαμβάνουμε το βάρος της ευθύνης που μας αναλογεί».
Ο πραγματογνώμονας που επέδειξε τεράστιο θάρρος και βγήκε μπροστά κερδίζοντας την εκτίμηση όλων, δεν ξέχασε τους ανθρώπους που τον βοήθησαν. Επώνυμους και ανώνυμους…
«Πέρασαν επτά χρόνια. Και δεν ήταν μόνο για μένα δύσκολα. Στην πορεία αυτής της έρευνας είχα διπλα μου δύο άνδρες που τιμούν την Δικαιοσύνη. Πρώτα τον Εισαγγελέα, κύριο Ζαγοραίο, που την περίοδο που εγώ δεχόμουν τους ευθείς εκβιασμούς και χωρίς να γνωρίζει τι μου συνέβαινε, ο λόγος του μου έδινε δύναμη.
Και τον Ανακριτή, κύριο Μαρνέρη, ίσως τον πιο επίμονο άνθρωπο που έχω γνωρίσει. Είχε πέσει πάνω στην υπόθεση προσπαθώντας να κατανοήσει τα στοιχεία και να τα καταγράψει.
Άφηνε το γραφείο του και πήγαινε ο ίδιος να συλλέξει το αποδεικτικό υλικό για να είναι βέβαιος για την αξιοπιστία του. Το πείσμα του ήταν κινητήριος δύναμη και τροφοδοτουσε ενέργεια την έρευνα.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ, μία ακόμα μέρα που βρισκόμουν στο γραφείο του, με κοίταξε στα μάτια και μου είπε: “Εμείς θα κάνουμε το καθήκον μας κι ας γίνουμε το 103ο και το 104ο καντηλακι”….
Τότε τα θύματα ήταν ακόμα 102…
Τότε δεν γνώριζε ούτε για τις απειλές, ούτε για την δολιοφθορά στην μηχανή μου.
Εγώ βέβαια ήξερα….
Και έτσι προχωρήσαμε.
Υπήρξαν όμως και δικοί μου άνθρωποι δίπλα μου που είχαν την υπομονή να μου σταθούν σε μια δύσκολη διαδρομή. Ήταν ελάχιστοι και αυτό τους κάνει πολύτιμους. Τους χρωστάω ένα ευχαριστώ από καρδιάς.
Το μεγαλύτερο «ευχαριστώ», όμως, το χρωστάω σε ανθρώπους που δεν γνώριζα, ακόμα και σε αυτούς που δεν έχουμε ανταλλάξει ακόμα έστω και μία χειραψία, αλλά πίστεψαν στην προσπάθεια που έκανα. Αυτούς που με κάθε τρόπο μου έστελναν δύναμη και με γέμιζαν κουράγιο να συνεχίσω.
Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει πώς ήταν να στέκομαι στο δικαστήριο και να καταθέτω. Ειδικά στο πρωτόδικο δικαστήριο. Να παραθέτω τα γεγονότα με στοιχεία και απέναντί μου να έχω συναδέλφους…».

















































