Του Κώστα Ζοργιού

Το επαρχιωτόπουλο από την Ηλεία που έγινε αστέρι του τένις και προπόνησε τον Μητσοτάκη, τον Παπανδρέου και όλη τη νέα γενιά που πέρασε από την Ακαδημία του στον Μαραθώνα

Εκείνο το πρωινό που ντύθηκε και στολίστηκε ήταν πολύ διαφορετικό από όλα τα προηγούμενα. Μόλις στα 13 του, θα έμπαινε σε ένα φορτηγό για να φύγει από το χωριό του, τον Λάλα Ηλείας και να έρθει για πρώτη φορά στην Αθήνα.

Δεν είχε ιδέα τι θα συναντούσε. Ούτε δική του απόφαση ήταν. Η φτωχή οικογένεια προσπαθούσε να αρπάξει όποια ευκαιρία παρουσιαζόταν κι έτσι η πρόταση ενός συγχωριανού, που ονομαζόταν Σπύρος Σπηλιόπουλος, να τον βολέψει σε μια δουλειά στην πρωτεύουσα, για να πάρουν μια ανάσα οι υπόλοιποι και να βγάζει ο μικρός ένα χαρτζιλίκι, έγινε μονόδρομος.

Ήταν 1946, όταν μπήκε στο φορτηγό, έφτασε στην Αθήνα και πέρασε την πόρτα του Ομίλου Αντισφαίρισης, όπου εργαζόταν ως διευθυντής ο Σπηλιόπουλος. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, παιδάκι ακόμα κι όμως αυτή η στιγμή θα καθόριζε το μέλλον του. Η ζωή τον πήρε από το χέρι κι ο Σταύρος Παναγόπουλος δεν έχασε ούτε ένα βήμα, ούτε μια ευκαιρία από τότε…

1953

Από ball boy στην εθνική ομάδα

Ακούγεται περίεργο, αλλά ακόμα και την εποχή που η εξαθλιωμένη Ελλάδα προσπαθούσε να συνέλθει από τον πόλεμο και έμπαινε στον εμφύλιο, υπήρχαν άνθρωποι που έπαιζαν τένις. Ανήκαν στην πραγματική ελίτ, ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα και χρειάζονταν ball boys στα παιχνίδια τους κι ως τέτοιο ξεκίνησε ο Παναγόπουλος, στα γήπεδα απέναντι από το Ζάππειο. Τα βράδια έμενε στα δωματιάκια που παρείχε ο Όμιλος και, μαγεμένος από το παιχνίδι, άρπαζε μια ρακέτα και έπαιζε μονάχος. Μόνο όταν έφευγαν όλοι, γιατί όσο υπήρχαν αθλητές, τα ball boys απαγορευόταν να παίζουν.

Τρελό, συγκυριακό, αλλά πραγματικό. Το ταξίδι του 13χρονου Παναγόπουλου στο άγνωστο συναντήθηκε με το ταλέντο που δε θα μπορούσε να γνωρίζει ότι είχε. Χωρίς ποτέ να εξασκηθεί με προπονητή, εξελίχθηκε πολύ γρήγορα και μόλις στα 20 του, το 1953, έγινε μέλος της Εθνικής Ομάδας και κατέγραψε την παρθενική του συμμετοχή σε αγώνες στην Κωνσταντινούπολη, παρέα με τον Λάζαρο Στάλιο, κορυφαίο τότε τενίστα στην Ελλάδα. Έπιασε δουλειά στην Πειραϊκή Πατραϊκή (δεν γινόταν να είναι και αθλητής και εργαζόμενος στον Όμιλο) κι αργότερα στου Φιξ, αφοσιώθηκε πλήρως στο τένις και έγινε ένας εκ των κορυφαίων παικτών στη χώρα, με πολλές διεθνείς συμμετοχές.

Η καριέρα του ως παίκτη ήταν σύντομη, αλλά το 1960 έγινε προπονητής, ιδιότητα που τον συνόδευσε μέχρι το τέλος της ζωής του. Με δεδομένο ότι τον Ομιλο επισκέπτονταν σημαντικές προσωπικότητες της αθηναϊκής κοινωνίας «δεν υπήρχε κανείς αναγνωρίσιμος που να έπαιζε τένις και να μην τον προπόνησα. Από τον Σαμαρά, που ήταν πολύ καλός, τον Γιώργο Παπανδρέου και τον Βασιλιά Παύλο, μέχρι τη Φρειδερίκη, τον Αλογοσκούφη και τον Κυριάκο Μητσοτάκη», όπως είχε πει το 2020 σε μια συνέντευξή του στην «Καθημερινή».

Ο Παναγόπουλος, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος, πατέρας της Αγγελικής Κανελλοπούλου και παππούς της Μαρίας Σάκκαρη και ο Γιάννης Αργυρίου, ήταν οι τρεις προπονητές της εποχής που έβγαλαν μέσα από τον Όμιλο Αθηνών εκατοντάδες αθλητές και αθλήτριες.

Ο δε Αργυρίου, ήταν αυτός που έφερε τον Παναγόπουλο, τη σύζυγό του Ιωάννα και τις δύο κόρες που στο μεταξύ είχαν αποκτήσει (Ντενίζ και Νίκη) στον Μαραθώνα… Ήταν 1970, όταν του μίλησε για ένα οικόπεδο με ένα σπιτάκι, δίπλα από το δικό του, που κάποιος πουλούσε.

Ο ερχομός στον Μαραθώνα και το εξοχικό που έγινε Ακαδημία

Η δικαιολογία του Παναγόπουλου ήταν να αποκτήσει ένα εξοχικό. Το σχέδιό του, όμως, προέβλεπε να φτιάξει μια δική του ακαδημία τένις. Ξεκίνησε με ένα γήπεδο, για να προπονείται η Ντενίζ που ασχολήθηκε αμέσως με το άθλημα (σε ηλικία 12 ετών και 360 ημερών έγινε η νεότερη αθλήτρια που αγωνίστηκε ποτέ με την εθνική γυναικών) και μέσα σε μόλις έξι χρόνια, το 1976, είχε κάνει το όνειρό του πραγματικότητα αγοράζοντας το ένα (διπλανό) οικόπεδο πίσω από το άλλο.

Ο «Σοφός», όπως τον αποκαλούσαν, δημιούργησε το Marathon Country Tennis Club, το οποίο πολύ γρήγορα έγινε δημοφιλές, χάρη στη δική του δημοφιλία. Μάζεψε πολλά παιδιά από όπου μπορεί να φανταστεί κανείς, ακόμα κι από τη Σαλαμίνα, αλλά πολύ λίγα από τον Μαραθώνα. Η τοπική κοινωνία ήταν δύσπιστη με το εγχείρημα και παρότι τον αγαπούσε, θεωρούσε ότι η ιδέα του δεν είχε πολλές ελπίδες να πετύχει. Έπεσε έξω…

«Δεν της πάει το γρασίδι»

Από το 1976 μέχρι και λίγο μετά το 2015, όταν οι κόρες του τον έβγαλαν σχεδόν με το… ζόρι από το κορτ, από τα χέρια του Παναγόπουλου πέρασαν χιλιάδες παιδιά. Κάποια είχαν ταλέντο, κάποια άλλα όχι, αλλά η δική του ευχαρίστηση πάντα ήταν να είναι δίπλα τους και να τους δείχνει. Ακόμα και μετά τα 80 του, έμπαινε στο γήπεδο, στεκόταν σε ένα σημείο και τους… έβγαζε τη γλώσσα, εξηγώντας τους τι πρέπει να κάνουν διαφορετικά και τι οφείλουν να προσέχουν. Πάντα με την προσφιλή του προτροπή «έλα ρεβέρ, ρεβέρ»…

Κι είναι αλήθεια ότι μέσα στα χρόνια το πάθος του έγινε αφορμή, ώστε αγόρια και κορίτσια που πέρασαν την πόρτα του Tennis Club, κυρίως λόγω της επιθυμίας των γονιών τους, να είναι κοντά στον αθλητισμό, να αγαπήσουν παθολογικά το τένις, να αφιερωθούν σε αυτό και να συμβάλλουν στη γενικότερη ανάπτυξή του.

Κατάφερε να φέρει στην περιοχή χιλιάδες επισκέπτες, χορηγούς, πανελλήνια και πανευρωπαϊκά πρωταθλήματα και να κάνει γνωστό τον Μαραθώνα, τον οποίο αγάπησε.

Από όλες τις μικρές και μεγάλες χαρές της ζωής του, το τένις ήταν η μεγαλύτερη. Είχε φακελωμένους όλους τους αθλητές κι αθλήτριες που πέρασαν από τα χέρια του, λάτρευε να βλέπει τον Ρότζερ Φέντερερ που ήταν η μεγάλη του αδυναμία και δεν διανοούνταν να χάσει αγώνες του Πανελλήνιου Πρωταθλήματος, ακόμα κι αν στα 88 του έπρεπε να βρει κάποιον κρυφά και να τον πείσει να κατέβουν μαζί στην Αθήνα.

Ήταν 14 Ιουνίου του 2023, αρχές καλοκαιριού. Κάθισε με τον επί σειρά ετών φίλο του και πρέσβη, Λουκά Τσίλα, να δουν τη Σάκκαρη να κοντράρεται με την Αλίζ Κορνέ στο Νότιγχαμ. «Πώς πήγε η Μαρία;», τον ρώτησε η σύζυγός του και ενοχλημένος απάντησε «δεν της πάει το γρασίδι». Το τελευταίο πράγμα που έκανε πριν «φύγει» από καρδιά, ήταν να δει τένις…

Προηγούμενο άρθροΠαγκόσμια Ημέρα Γυναίκας: Δράση αφιερωμένη στην Υγεία και την Ενδυνάμωση από τον δήμο Μαραθώνος
Επόμενο άρθροΝέα Μάκρη: Ανοιχτή δράση από το Θάλπος με θέμα «Γυναίκα: Η Σιωπηλή Φροντίστρια»