Πώς ένα ταξίδι του Μπάμπη Μανιάτη στην Ύδρα πριν από 46 χρόνια γέννησε την ιδέα δημιουργίας του beach bar που έγινε το σύμβολο του Σχινιά
του Κώστα Ζοργιού
Υπάρχουν ονόματα που και μόνο η αναφορά τους αρκεί για να κάνεις τη σύνδεση. Ακούς «Μελίνα», ξέρεις ότι ακολουθεί «Μερκούρη». Σου λένε «Μίκης», κάνεις εικόνα τον Θεοδωράκη. «Τζίμης» θα είναι πάντα ο Πανούσης και «Βλάσσης» ο Μπονάτσος. Έτσι και με τον «Σχινιά».
Η πρώτη λέξη που σου έρχεται στο μυαλό είναι «Καράβι» και στην πορεία, κάνεις εικόνα τις εμπειρίες που έχεις ζήσει στο μπιτς μπαρ που ξεκίνησε ως ιδέα πριν από 45 χρόνια κι έφτασε να μεγαλώσει γενιές ντόπιων, να προσελκύσει χιλιάδες επισκέπτες από κάθε γωνιά της Γης, να γράψει αμέτρητες ώρες ζωντανών συνδέσεων και αφιερωμάτων στην τηλεόραση και να αλλάξει ριζικά την ιστορία μιας –κάποτε– ερημικής περιοχής.
Ο Μπάμπης Μανιάτης δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τον Σχινιά και δε θα αποκτούσε και ποτέ αν το χόμπι του δεν ήταν το windsurf. Γεννημένος στο Ηράκλειο Αττικής, άρχισε να κάνει τη διαδρομή προς τα μέρη μας λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ‘70.
Ως ένα από τα μεγάλα ταλέντα της εποχής, είχε ξεχωρίσει τον Σχινιά για την προετοιμασία του ενόψει σημαντικών αγώνων. Κι ήταν μια συμμετοχή στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, το 1979 στην Ύδρα με τα χρώματα της Εθνικής, που του έδωσε την ιδέα. Επέστρεψε παρέα με 10 σανίδες και την επιθυμία να ανοίξει μια σχολή, ώστε να κάνει το χόμπι του επάγγελμα. Πού αλλού; Στην παραλία που θεωρούσε από τότε τον προσωπικό του «παράδεισο»…

Η… διερευνητική επαφή, οι πρώτοι αγώνες και οι celebrities
Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, ο Σχινιάς δεν είχε σφυγμό τους χειμώνες. Ήταν τρομακτικά έρημος. Τα καλοκαίρια, όμως, το σκηνικό άλλαζε ολοκληρωτικά. Εκατοντάδες οικογένειες έβρισκαν τα Σαββατοκύριακα καταφύγιο κάτω από τα πεύκα και δροσιά στην πεντακάθαρη θάλασσα. Ο Μανιάτης επέλεξε μια απομακρυσμένη και ήσυχη γωνιά και σε μια πρώτη… διερευνητική επαφή, έπιασε δουλειά στο μπαρ της Γαλάζιας Ακτής. Ήταν ένα ξενοδοχείο με πιστούς μεν, όχι πολλούς, δε, επισκέπτες σε ένα σημείο αναξιοποίητο.

Το πάθος του και οι γνωριμίες οδήγησαν στη διοργάνωση των πρώτων αγώνων windsurf και μέχρι το 1982, είχε καταφέρει να εντάξει τον Σχινιά στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα. Κάθε Πρωτομαγιά και στις αρχές κάθε Σεπτέμβρη διοργανώνονταν κι άλλοι αγώνες και μοιραία αυτή η γωνιά στην Ανατολική Αττική έγινε πολύ δημοφιλής, πολύ γρήγορα, σε μια εποχή που και το ίδιο το windsurf γνώριζε πολύ μεγάλη ανάπτυξη.

Αρκετά ξαφνικά το μπαράκι της Γαλάζιας Ακτής, βρέθηκε να σερβίρει την οικογένεια του Ανδρέα Παπανδρέου και αυτή του Θεοχαράκη, τη Λάσκαρη και τη Χρονοπούλου, τον Γαβαλά, τον Ψηνάκη, γνωστούς επιχειρηματίες και ακόμα πιο γνωστούς πολιτικούς, αθλητές και celebrities της εποχής. Η πρώτη μεγάλη αλλαγή είχε ήδη γίνει και το έδαφος ήταν πια στρωμένο…
Η αγορά, το ξεκίνημα και το brand name που έγινε θρύλος
Το 1987 κι αφού έναν χρόνο νωρίτερα έχει παντρευτεί με την Ελένη Σπυρίδη, πρωταθλήτρια του windsurf, ο Μπάμπης Μανιάτης αγοράζει 14 στρέμματα γης και βγάζει άδεια για να βάλει μπροστά το σχέδιο που χρόνια έχει στο μυαλό του.

Ζητά από τον αρχιτέκτονα Γιώργο Μανέτα να του ετοιμάσει μια πρόταση και το καλοκαίρι του 1989 έχει στα χέρια του μια μακέτα με κάτι που μοιάζει με καράβι. Χωρίς σκέψη, αλλά με πολλή όρεξη και συγκεκριμένη στόχευση, το «Σχινιάς Club» ανοίγει τον Απρίλιο του 1990 και στην επιχείρηση βρίσκονται ο Μανιάτης, τα αδέλφια του Δημήτρης και Παναγιώτης και η σύζυγός του.

Πρόκειται για ένα beach bar που έχει ως βασικό στόχο να δουλέψει μέρα, να φέρει στην παραλία αποκλειστικά νεολαία, να γίνει ο παράδεισος των surfers, αλλά και όσων θέλουν να συνδυάσουν τη βόλτα στη θάλασσα με τα σπορ. Η αυτοκρατορία μόλις ξεκινά…
Δύο χρόνια αργότερα, ένα μεσημέρι κι ενώ βρίσκεται καθ’ οδόν προς το μαγαζί, ένας νεαρός τον σταματά στον δρόμο και τον ρωτά: «Μήπως ξέρετε πού είναι το καράβι;».

Δεν καταλαβαίνει αμέσως, αλλά δέκα λεπτά αργότερα ένας δεύτερος τού ζητά οδηγίες «για το μπαράκι με το καράβι που είναι κάπου εδώ γύρω». Οι δυο πιτσιρικάδες, χωρίς να το γνωρίζουν, χρήστηκαν νονοί ενός brand name που έμελλε να γίνει πολύ γνωστό σε όλη τη χώρα.
Το «Καράβι» υιοθέτησε τη λογική ενός σκληρού face control στην πόρτα για να εξασφαλίσει (με τα χρόνια) ότι θα προσελκύει νέους σε ηλικία ανθρώπους. Φρόντισε να παρέχει γρήγορο φαγητό, κρύα σάντουιτς και σαλάτες και έδωσε μεγάλη έμφαση στον καφέ, σε σημείο που στις καλές εποχές του είχε κατανάλωση 2 τόνων ανά σεζόν και οκτώ άτομα προσωπικό μόνο για τις παραγγελίες.

Άνοιγε πάντα στις 09.00 και έκλεινε στις 21.00, δεν επεδίωξε να δουλέψει ποτέ αργά το βράδυ και όσο επένδυε στα σπορ και στην καλή αισθητική, τόσο μάζευε κόσμο.
Όποιος αποφάσιζε να περάσει μια μέρα στο «Καράβι» μπορούσε να μάθει surf από πιστοποιημένο δάσκαλο, να κάνει wakeboard (και χρόνια αργότερα kite surf, όταν ήταν παντελώς άγνωστο στην Ελλάδα), να παίξει beach volley και beach soccer.

Οι Γερμανοί, οι Βραζιλιάνες, η Βανδή και ο Σαραβάκος
Βλέποντας μπροστά για την εποχή του, το «Καράβι» δεν αρκούνταν ποτέ στα κεκτημένα. Διοργανώνοντας κάθε event που μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους, έφερνε στον Σχινιά χιλιάδες κόσμου και μετέτρεπε την παραμονή στην παραλία σε πάρτι. Μέσα σε λίγα χρόνια ήρθαν Γερμανοί με γερανούς για κάποιες από τις πρώτες πτήσεις bungee jumping στην Ελλάδα, δεκάδες γυμναστήρια της Αττικής με τις ομάδες αερόμπικ για μαθήματα γυμναστικής δίπλα στο κύμα, η εθνική beach soccer με Σαραβάκο, Λιβαθινό, Βαμβακούλα, η Εθνική beach soccer Βραζιλίας και πασίγνωστοι dj.

Διοργανώθηκαν μεγάλα τουρνουά beach tennis, beach handball κι ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί ο πιο ευφάνταστος που περιείχε τη λέξη… beach, την ίδια στιγμή που οι δύο σταθερές, το surf και το beach volley συνέχιζαν να αναπτύσσονται. Εδώ πρωτοτραγούδησε η Δέσποινα Βανδή κι εδώ μεγάλωσε η Βίκυ Καγιά…

Η παρουσία των Τσαουσόπουλου και Παπανώτα που παρουσίαζαν τα event και των Μικρούτσικου και Κορομηλά που έκαναν ζωντανές συνδέσεις και όλη η προαναφερόμενη δραστηριότητα και δυναμική έδωσαν στο «Καράβι» μια ταυτότητα που το συνόδευσε για χρόνια. Και κόσμο που στο απόλυτο ρεκόρ προσέλευσης, μια Κυριακή πρωί το καλοκαίρι του 1994, έφτασε τα 7.500 άτομα.

Σε όλη αυτή τη μεγάλη ανάπτυξη του μαγαζιού, σημαντικό ρόλο έπαιξε η αγορά ακόμα 16 στρεμμάτων γης το 1998 και η εξάπλωση του μαγαζιού που είχε πάντα στο πλευρό του ισχυρούς χορηγούς για να φιλοξενεί μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις και πολυδιαφημισμένες εκδηλώσεις.
Η στόχευση και το σήμερα
Η ξέφρενη πορεία συνεχίστηκε μέχρι λίγο πριν τους Ολυμπιακούς. Το limit up έγινε το 2003, σε έναν Σχινιά που πια ήταν πολύ διαφορετικός από ότι πριν μια εικοσαετία. Με πολύ περισσότερα μαγαζιά, αλλά και αρκετά διαφορετικό κόσμο.
Στη νέα εποχή που ξεκινούσε και που επεφύλασσε διάφορες δυσάρεστες εκπλήξεις όπως τη μακρόχρονη οικονομική κρίση, το «Καράβι» στόχευσε πολύ συγκεκριμένα. Επέλεξε να κρατήσει τον καλό κόσμο, το surf και το beach volley, όπως επίσης και τις υπηρεσίες που προσφέρει ως beach bar και 35 χρόνια μετά το πρώτο του «σαλπάρισμα» εξακολουθεί να βρίσκεται στο προσκήνιο.
Διαθέτοντας το δεύτερο καλύτερο γήπεδο beach volley στην Ευρώπη και άλλα πέντε υψηλότατου επιπέδου όπου πραγματοποιούνται τουρνουά και πανελλήνια πρωταθλήματα. Με σχολή beach volley όπου επικεφαλής είναι η Ολυμπιονίκης Βάσω Καραντάσιου και ο ομοσπονδιακός προπονητής Μανώλης Ρουμελιώτης.

Και με Σχολή surf, προπονητής της οποίας είναι ο παγκόσμιος πρωταθλητής U-21 το 2023, Γιάννης Σούκος. Μέχρι και φέτος, που το Καράβι δεν υπέβαλε αίτηση, διέθετε επί 24 διαδοχικά χρόνια Γαλάζια Σημαία. Η μία από τις μόλις δύο παραλίες (η Μπρεξίζα η άλλη) σε όλο τον δήμο Μαραθώνα…
Τα αγαθά κόποις κτώνται λένε και η αλήθεια είναι ότι ο Μπάμπης Μανιάτης αφιέρωσε τη ζωή του στην επιχείρηση για να την κάνει πρωταγωνίστρια. «Το Καράβι είναι η ζωή μου όλη. Εδώ μεγάλωσα, εδώ έγινα αθλητής και προπονητής, εδώ παντρεύτηκα, εδώ έκανα παιδιά και εγγόνια».
Τρεις γενιές, μια μεγάλη ιστορία που έχει και συνέχεια…














































