Κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον -όσο και επιστημονικώς αξιοπερίεργο- συμβαίνει τις τελευταίες εβδομάδες μέσα σε έναν φυσικό κρατήρα στο νότιο Ισραήλ.

Έξι δυνητικοί «αστροναύτες», πέντε άνδρες και μία γυναίκα, ζουν σε μια ειδική κατασκευή – κάτι σαν «διαστημική βάση» που αποτελεί ταυτόχρονα και τον πιο προηγμένο διαστημικό σταθμό του είδους του που υπάρχει τώρα στον κόσμο – κοντά στο Μίτσπε Ραμόν, στην έρημο Νεγκέβ, σε ένα φυσικό περιβάλλον τόσο έρημο και αφιλόξενο, ώστε όντως θυμίζει οπτικά τον Άρη, καθώς παντού κυριαρχούν οι τεράστιοι αμμόλοφοι, οι βαθιοί κρατήρες και τα μεγάλα πετρώδη τοπία.

Σκοπός του πειράματος – ένα κοινό εγχείρημα της πάντα δραστήριας Ισραηλινής Διαστημικής Υπηρεσίας και μιας αυστριακής ένωσης, του Αυστριακού Διαστημικού Φόρουμ – είναι η προσομοίωση, επί έναν συνεχή μήνα, της ζωής μιας μελλοντικής διαστημικής αποστολής στον Κόκκινο Πλανήτη.

Γιατί μπορεί αυτή η αποστολή να αργεί και να υπολογίζεται ότι θα λάβει χώρα σε κάτι περισσότερο από μια δεκαετία από σήμερα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι κατά τόπους Διαστημικές Αρχές δεν πρέπει να είναι προετοιμασμένες από νωρίς για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Μέσα σε αυτήν την ιδιότυπη «διαστημική βάση», στον βάθους 500 μέτρων και πλάτους 40 χιλιομέτρων κρατήρα, ζει η γερμανίδα αστροναύτης Ανίκα Μέλις, η μόνη γυναίκα της ομάδας, μια μικροβιολόγος και θα μελετήσει ένα υποθετικό σενάριο σύμφωνα με το οποίο βακτήρια από τη Γη θα μολύνουν πιθανές μορφές ζωής στον Άρη, προσπαθώντας ταυτόχρονα να βρει τους τρόπους αντιμετώπισης αυτού του «εξαιρετικά δυσχερούς σεναρίου», όπως παραδέχεται η ίδια.

Οι υπόλοιποι συνάδελφοί της μέσα σε αυτό κατάλυμα με εμβαδό 120 τετραγωνικά μέτρα, φορούν κανονικές διαστημικές στολές με ενδοεπικοινωνία και μικρόφωνα, κινούνται με ένα ειδικά διαμορφωμένο ηλεκτρικό όχημα και θα πρέπει να διεξαγάγουν διάφορες δοκιμές όπως τον χειρισμό ενός διαφορετικού drone, που λειτουργεί χωρίς GPS, καθώς και οχημάτων ανίχνευσης που λειτουργούν μόνο με ηλιακή και αιολική ενέργεια.

Όμως ένα από τα βασικά αντικείμενα της έρευνας είναι και η επίδραση των συνθηκών αυτών στην ανθρώπινη συμπεριφορά και οι συνέπειες που έχει η απομόνωση στους δήθεν αστροναύτες.

«Η συνοχή της ομάδας και η ικανότητα συνεργασίας είναι βασικές προϋποθέσεις για την επιβίωσή μας στον Άρη», δήλωσε ο Γκέρνοτ Γκρέμερ, προϊστάμενος της αυστριακής αποστολής, ο οποίος επισημαίνει, ωστόσο, ότι στο νότιο Ισραήλ τον μήνα Οκτώβριο, οι εξωτερικές συνθήκες δεν θυμίζουν τόσο τον πλανήτη Άρη, αλλά είναι εντελώς διαφορετικές: «Εδώ έχουμε θερμοκρασίες 25-30 βαθμών Κελσίου, ενώ στον Άρη η θερμοκρασία βρίσκεται στους -60 βαθμούς», υπενθυμίζει.

Για το λόγο αυτό και οι αστροναύτες είναι υπό συνεχή παρακολούθηση, ενώ, δια παν ενδεχόμενο, καταγράφονται συνεχώς οι ζωτικές τους ενδείξεις.

Σε όλη τη διάρκεια της προσομοίωσης, η οποία θα ολοκληρωθεί στις 31 Οκτωβρίου, θα γίνουν 20 γεωλογικά, βιολογικά και ιατρικά πειράματα, τα αποτελέσματα των οποίων θα ανακοινωθούν μέχρι το τέλος του χρόνου. Οπότε τότε είναι που θα γνωρίζουμε καλύτερα αν… «μας παίρνει» να στήσουμε μια ολόκληρη ανθρώπινη αποικία σε έναν από τους πλέον αφιλόξενους και «εχθρικούς» πλανήτες του γαλαξία μας.

Όταν οι αμερικανοί αστροναύτες εκπαιδεύονταν στην Ισλανδία

Δεν είναι, ασφαλώς, η πρώτη φορά που δυνητικοί αστροναύτες εκπαιδεύονται σε συνθήκες προσομοίωσης σε ένα απαιτητικό γήινο περιβάλλον, καθώς η NASA στο παρελθόν έστειλε τους εννέα από τους 12 συνολικά Αμερικανούς που κατέκτησαν το φεγγάρι να εκπαιδευτούν στο σεληνιακό και βραχώδες τοπίο του Χούσαβικ στην Ισλανδία.

Το καλοκαίρι του 1967, δυο χρόνια πριν την κατάκτηση της Σελήνης, η NASA επέλεξε το ηφαιστειογενές νησί για την εκπαίδευση των αστροναυτών της. Η Ισλανδία επιλέχθηκε καθώς, από καθαρά γεωλογικής άποψης, διαθέτει τα πιο σύμφυτα με τη Σελήνη εδάφη, άρα αυτοστιγμεί ιδανικά για την μελέτη τους αλλά και τις βόλτες τους πάνω σε αυτά με πλήρη… αστροναυτική περιβολή.

«Η έκθεση των αστροναυτών του προγράμματος Apollo στη γεωλογία της Ισλανδίας συνέβαλε σημαντικά στην εμπειρία τους καθώς προετοιμάζονταν για εξερεύνηση και δειγματοληψία του σεληνιακού εδάφους» τόνισε κατόπιν ο Χάρισον Σμιντ, επικεφαλής αναλυτής του διαστημικού προγράμματος Apollo 17.

Και όντως, οι αμερικανοί αστροναύτες όντως συνάντησαν και γνώρισαν από κοντά τεκτονικούς σχηματισμούς ή υπολείμματα ηφαιστειακών ρευμάτων λάβας, όμοια με αυτά που θα βίωναν μερικά χρόνια μετά και πάνω σε ένα αμιγώς σεληνιακό τοπίο, πολλά χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Γη.

Πριν από δυο χρόνια, μάλιστα, επ’ ευκαιρία της συμπλήρωσης μισού αιώνα από την πρώτη φορά που ο άνθρωπος πάτησε στη Σελήνη, ιδρύθηκε στο Χούσαβικ το «Μουσείο Εξερεύνησης του Διαστήματος», που άνοιξε τις πόρτες του στο ισλανδικό αλλά και το διεθνές κοινό, φιλοξενώντας μια σειρά από ειδικές εκδηλώσεις.