Ο Μπόμπι Σαντς, βορειοϊρλανδός εθνικιστής και ηγετικό στέλεχος του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (IRA) που μαχόταν για την απόσχιση της Βόρειας Ιρλανδίας από το Ηνωμένο Βασίλειο και την ένωσή της με την Ιρλανδία, ξεκίνησε απεργία πείνας την 1η Μαρτίου του 1981.

Στις 5 Μαϊου 1981 πέθανε, μετά από 66 μέρες απεργίας πείνας, στις φυλακές Μέιζ, κοντά στο Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας.

Αίτημά του να αναγνωριστεί ο ίδιος και όσοι κρατούμενοι προέρχονταν απ’ τον IRA, ως πολιτικοί κρατούμενοι και όχι ως εγκληματίες του ποινικού δικαίου.

Το γεγονός έκανε έξαλλη την πρωθυπουργό της Μεγάλης Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία πήρε την υπόθεση της απεργίας προσωπικά.

Η άρνηση της να ικανοποιήσει το αίτημά του, τον οδήγησε στο θάνατο. Όταν ξεκίνησε την απεργία πείνας ήταν ένα φυλακισμένο μέλος του IRA, αλλά όταν πέθανε είχε γίνει βουλευτής και θρύλος.

Στην κηδεία του παρευρέθηκαν χιλιάδες πολίτες, ενώ κυβερνήσεις από όλο τον κόσμο έστειλαν γράμματα διαμαρτυρίας στη Βρετανίδα πρωθυπουργό, Μάργκαρετ Θάτσερ, για τον θάνατό του ενώ «πυρά» δέχτηκε και η Βασίλισσα Ελισάβετ.

Ο θρυλικός απεργός πείνας και η ανυποχώρητη Θάτσερ

Ο Ρόμπερτ Γκέραρντ «Μπόμπι» Σαντς γεννήθηκε στο Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας στις 9 Μαρτίου 1954.

Ήταν το μεγαλύτερο από τα τέσσερα παιδιά του Τζον και της Ροζαλίν Σαντς, δύο πιστών καθολικών.

Από μικρός βίωσε τι σήμαινε να είσαι καθολικός στη Βόρεια Ιρλανδία, όπου οι Βρετανοί συντηρούσαν και ενίσχυαν το διαχωρισμό του πληθυσμού σε προτεστάντες και καθολικούς, για να διαιωνίζουν την κυριαρχία τους, ακολουθώντας το δόγμα «διαίρει και βασίλευε».

Οι γονείς του, ζώντας σε μια γειτονιά προτεσταντών, έκρυβαν αναγκαστικά τη θρησκεία τους.

Το 1960, το οικογενειακό μυστικό όμως αποκαλύφθηκε. Λόγω της κατατρομοκράτησής τους από προτεστάντες γείτονες, η οικογένεια εγκατέλειψε τη γειτονιά. Αρχικά μετακινούνταν με φίλους για έξι μήνες, προτού βρουν σπιτι σε άλλη γειτονιά του Μπέλφαστ, στο Ράθκοουλ.

Ο Σαντς και οι αδελφές του αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν την προτεσταντική νεολαία που τους έριχνε πέτρες κάθε πρωί στη διαδρομή για το σχολείο. Ο Σαντς εγκατέλειψε το σχολείο το 1969 σε ηλικία 15 ετών.

Σε ηλικία 18 ετών, αναγκάστηκε να αφήσει και τη δουλειά του ως μαθητευόμενος τεχνίτης αυτοκινήτων αφού οι συνάδελφοί του δεν ήταν διατεθειμένοι να δουλέψουν στο πλευρό ενός καθολικού.

Έτσι θα μετακινηθεί και πάλι με την οικογένειά του από το Ράθκοουλ σε άλλη γειτονιά.

Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με μια επίθεση προτεσταντών κατά του σπιτιού της οικογένειας του, τον οδηγεί στην απόφαση για τη στράτευση του στον ΙRA, το 1972.

Την ίδια χρονιά συνελήφθη για κατοχή πυροβόλων όπλων και καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών.

Αποφυλακίστηκε το 1976 και μέσα σε λίγους μήνες βρέθηκε πάλι φυλακισμένος. Αυτή τη φορά συνελήφθη όταν κατά τηνζ έρευνα της αστυνομίας σε αυτοκίνητο στον οποίο επέβαινε μαζί με άλλους τρεις συντρόφους του βρέθηκε ένα περίστροφο.

Αυτή τη φορά δικάζεται με το νόμο κατά της «τρομοκρατίας» και καταδικάζεται σε φυλάκιση 14 χρόνων. Μέχρι το 1976, οι Βορειοιρλανδοί που φυλακίζονταν ως μέλη του ΙRA, θεωρούνταν πολιτικοί κρατούμενοι.

Όμως, το 1976 η βρετανική κυβέρνηση αφαίρεσε το καθεστώς του πολιτικού κρατούμενου με σκοπό να ποινικοποιήσει τη δράση του IRA.

Στο μεταξύ είχε παντρευτεί τη φίλη του Τζέραλντι Νόουντ, με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Γκέραρντ Σαντς.

Από την πρώτη μέρα του εγκλεισμού του ανέπτυξε ακτιβιστική δράση, ζητώντας μεταρρυθμίσεις στο σωφρονιστικό σύστημα, με αποτέλεσμα συχνά να καταλήγει σε κελί απομόνωσης.

Ο βασικός ισχυρισμός του ήταν ότι αυτός και οι άλλοι συγκρατούμενοί του μέλη του IRA έπρεπε ν’ αντιμετωπίζονται ως πολιτικοί κρατούμενοι και αιχμάλωτοι πολέμου και όχι τρομοκράτες, όπως επέμενε η βρετανική κυβέρνηση.

Την 1η Μαρτίου 1981, ο Σαντς και άλλοι εννέα συγκρατούμενοί του αποφάσισαν να ξεκινήσουν απεργία πείνας στις φυλακές Μέιζ μέχρι θανάτου.

Εκτός από το βασικό τους επιχείρημα, ότι έπρεπε ν’ αντιμετωπίζονται ως πολιτικοί κρατούμενοι, τα υπόλοιπα αιτήματά τους κυμαίνονταν από το να επιτρέπεται στους κρατουμένους να φορούν τα δικά τους ρούχα μέχρι να δέχονται επισκέψεις και αλληλογραφία.

Η απεργία πείνας εστίασε σε πέντε αιτήματα:

1. Το δικαίωμα να μην φορούν τη στολή της φυλακής

2. Το δικαίωμα να μην κάνουν τις αγγαρείες της φυλακής

3. Το δικαίωμα της ελεύθερης επικοινωνίας με άλλους φυλακισμένους καθώς και το δικαίωμα της οργάνωσης εκπαιδευτικών προγραμμάτων

4. Το δικαίωμα να δέχονται μία επίσκεψη, ένα γράμμα και ένα δέμα κάθε εβδομάδα

5. Πλήρης αποκατάσταση όσων έχασαν κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας.

Πολλοί απο τους Βορειοιρλανδούς φυλακισμένους αρνούνται να φορέσουν τις στολές των ποινικών και κατασκεύαζαν, σε ένδειξη διαμαρτυρίας και αντίστασης, στολές από τις κουβέρτες τους. Έτσι έγινε γνωστή η «διαμαρτυρία της κουβέρτας».

Το 1980, ο Μπόμπι Σάντς εκλέγεται από τους συγκρατούμενους συντρόφους του «πρόεδρος».

Η διαμαρτυρία των φυλακισμένων προκαλεί κύμα συμπαράστασης σε όλο τον κόσμο. Μαζικές διαδηλώσεις γίνονταν σε Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, ΗΠΑ, Ιράν. Ωστόσο η κυβέρνηση Θάτσερ αρνείται οποιαδήποτε παραχώρηση.

Η υγεία του Σαντς επιδεινώνεται και κατά τη διάρκεια των πρώτων 17 ημερών είχε χάσει 8 κιλά. Ήταν αποφασισμένος να πεθάνει, γιατί ήξερε ότι χωρίς τον θάνατο κάποιου, η κυβέρνηση της Θάτσερ δεν θα άλλαζε στάση.

Πέντε μέρες μετά την έναρξη της απεργίας, πέθανε ο ανεξάρτητος βουλευτής Φρανκ Μαγκουάιρ, αφήνοντας κενή μια θέση στο κοινοβούλιο.

Ο IRA εκμεταλλεύτηκε την προβολή που είχε λάβει ο Σαντς και τον έπεισε να θέσει υποψηφιότητα στις εκλογές.

Τον Απρίλιο του 1981, ο 27χρονος Μπόμπι Σαντς έγινε ο νεότερος βουλευτής στη Βρετανία, συγκεντρώνοντας το 52% των ψήφων.

Η εκλογή του και η επικράτησή του έναντι του προτεστάντη αντιπάλου του, προκάλεσε σοκ στη βρετανική κυβέρνηση και ακύρωσε πανηγυρικά το επιχείρημά της ότι ο IRA ήταν μία περιθωριακή τρομοκρατική οργάνωση και δεν τύγχανε λαϊκής υποστήριξης.

Παρά την εκλογή του, ο Σαντς συνέχισε την απεργία πείνας, καθώς η στάση της Θάτσερ δεν άλλαξε.

Στις 3 Μαΐου έπεσε σε κώμα και στις 5 Μαΐου 1981 άφησε την τελευταία του πνοή στη φυλακή του Μέιζ. Ο Μπόμπι Σαντς είχε αρνηθεί τροφή για 66 ημέρες.

Ο θάνατος του Σαντς προκάλεσε κύματα αγανάκτησης σ’ όλο τον κόσμο. Οι ΗΠΑ εξέφρασαν «βαθιά λύπη», εφημερίδες σε όλο τον κόσμο καταδίκασαν την Θάτσερ και την «αναισθησία» της να αφήσει ένα μέλος του κοινοβουλίου να πεθάνει.

Η Θάτσερ έλαβε δεκάδες μηνύματα διαμαρτυρίας από κυβερνήσεις όλου του κόσμου ενώ και η βασίλισσα της Βρετανίας, Ελισάβετ, δέχθηκε τα «πυρά» των δυσαρεστημένων.

Η Βρετανή πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ ανένδοτη: «Ο κύριος Σαντς ήταν ένας καταδικασμένος εγκληματίας. Ο ίδιος επέλεξε να χάσει τη ζωή του».

Εκατό χιλιάδες άνθρωποι παραβρέθηκαν στην κηδεία του, η οποία εξελίχθηκε σε πορεία διαμαρτυρίας. Μεγάλες ταραχές ξέσπασαν στους δρόμους της Βόρειας Ιρλανδίας.

Παρά την παγκόσμια κατακραυγή, η κυβέρνηση της Θάτσερ δεν φάνηκε να λυγίζει.

Τους επόμενους μήνες, ακόμη εννέα κρατούμενοι, μέλη του IRA, πέθαναν σε απεργίες πείνας, που σταμάτησαν τελικά στις 3 Οκτωβρίου 1981.

Τελικά, η βρετανική κυβέρνηση, υποκύπτοντας και στις διεθνείς πιέσεις, ικανοποίησε τα περισσότερα αιτήματα των φυλακισμένων στελεχών του IRA, χωρίς όμως να αναγνωρίσει ότι ήταν πολιτικοί κρατούμενοι.

Πολλοί από αυτούς απελευθερώθηκαν βάσει της λεγόμενης «Συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής» (10 Απριλίου 1998), που έθεσε τέλος στις μακροχρόνιες συγκρούσεις στη Βόρεια Ιρλανδία και είναι γνωστή στη βρετανική πολιτική ιστορία ως «Οι Ταραχές» («The Troubles»).

Το 2008 κυκλοφόρησε η ταινία «Hunger» του σκηνοθέτη Στιβ Μακουίν η οποία βασίστηκε στην απεργία πείνας του Μπόμπι Σαντς και τον οποίον υποδύθηκε ο Μάικλ Φασμπέντερ.

ΠΗΓΗnewsit.gr
Προηγούμενο άρθροΜια απρόσμενη φιλία: Ψαράς είναι κολλητός με πελαργό εδώ και 13 χρόνια (vid)
Επόμενο άρθροEurovision: Το «Ζάρι» της Σάττι ξεπέρασε το 1.000.000 views και μπήκε στις τάσεις 10 χωρών