Ξεχείλισε σήμερα ο πόνος αλλά και η οργή των ανθρώπων που έχασαν τους συγγενείς τους στο Μάτι. Τα όσα κατέθεσαν στην αίθουσα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας, όπου διεξάγεται η δίκη για τη φονική πυρκαγιά, συγκλονίζουν.

Μίλησαν για «κράτος ντροπής», που άφησε εκείνη την ημέρα, μόνους και αβοήθητους τους πολίτες του, να καούν. «Κανείς δεν υπήρχε» είπαν. «Όσοι σώθηκαν, σώθηκαν από μόνοι τους και όσοι κάηκαν, κάηκαν μόνοι τους», συμπλήρωσαν. Σήμερα, λίγο πριν ολοκληρωθεί η ακροαματική διαδικασία στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκε ένας μαυροφορεμένος άνδρας, ο οποίος έχασε τη γυναίκα του εκείνη την αποφράδα ημέρα. Ο κ. Γεώργιος Καΐρης, μίλησε για τις τελευταίες στιγμές με τη γυναίκα του αλλά και όσα του απέμειναν από εκείνη μετά το θάνατό της. Ένα σακουλάκι με το καμένο ρολόι της και όσα φορούσε η άτυχη γυναίκα εκείνη την ημέρα.

Αρχίζοντας την κατάθεσή του στο δικαστήριο, ο μάρτυρας είπε: «Εκείνη την ημέρα η Τάνια μου ζήτησε να φάμε στη τραπεζαρία. Ίσως διαισθάνονταν ότι θα ήταν το τελευταίο γεύμα που θα κάναμε μαζί. Γύρω στις 5:15 ακούσαμε ότι η φωτιά έχει πάει στο Νταού Πεντέλης. Κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά». Ο κ. Καΐρης, όπως κατέθεσε, γύρω στις 5:20 το απόγευμα είπε στη γυναίκα του και τους γείτονες τους να φύγουν από την περιοχή γιατί θα καούν. «Φωνάξαμε τα σκυλιά ήταν εκπαιδευμένα, μπήκαν αμέσως στο αμάξι. Η γυναίκα μου, η Τάνια, μου ζήτησε να μπει μέσα στο σπίτι για να πάρει τα πράγματα της. Έβγαλα το αμάξι και μπήκα μέσα στο σπίτι αλλά δεν την έβλεπα.

Φώναζα «Τάνια, Τάνια». Νόμιζα ότι θα είχε βγει από την άλλη μεριά του σπιτιού. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι είχαν πάρει φωτιά τα πάντα…. Δεν υπήρχε νερό, είχε κοπεί. ….Τα πάντα είχαν μαυρίσει. Η μέρα είχε γίνει νύχτα. Κανείς δεν υπήρχε. Με έκαιγε το θερμικό φορτίο, δεν μπορούσα να μπω στο σπίτι. Έχω στο μυαλό μου εικόνα να κάνω βήματα στον αέρα και να φωνάζω την Τάνια χωρίς η φωνή μου να βγαίνει».

Συνεχίζοντας ο μάρτυρας, ανέφερε πως βγήκε έξω και άρχισε να ψάχνει για βοήθεια. Ωστόσο, κανείς δεν υπήρχε, όπως είπε. «Κατάφεραν να βρω ένα τηλέφωνο και άρχισα να παίρνω τη γυναίκα μου. Μου είπε: «Καίγονται τα πάντα, δεν ξέρω τι να κάνω». Ίσως είναι το πιο τραγικό σημείο. Της είπα: «Μη φοβάσαι, της έδωσα το λόγο μου: «Θα ανέβω να σε πάρω». Πως μπορείς να συνεχίσεις να ζεις όταν έχεις δώσει το λόγο σου στον έρωτα της ζωή σου και δεν βοήθησες; Δεν ξέρω πως υπάρχω.…

Κάποια στιγμή γύρω στις 8 εμφανίστηκε ένα βανάκι της Πυροσβεστικής. Κλαίγοντας και ουρλιάζοντας το σταμάτησα. «Βοήθησε με. Η γυναίκα μου ζει, πάμε να την πάρουμε» τους είπα. Γύρισαν και μου είπαν: «Είμαστε εδώ για άλλη δουλειά και σηκώθηκαν και έφυγαν», κατέθεσε ο κ . Καΐρης και συνέχισε: «Μπήκαμε στο σπίτι …Ούρλιαζα και ένας πυροσβέστης με έβγαλε έξω. …Έμεινε αβοήθητη μια ολόκληρη ώρα.

Κάποιοι την ώρα που εμείς καιγόμαστε είχαν πάει με τις φιλενάδες τους βόλτα. Πηγαίνανε για καφέ ενώ ξέρανε τι συνέβαινε. Μιλώ για τον κ. Πορτοζούδη. Εν καιρώ ειρήνης στην Ανατολική Αττική έγινε πόλεμος από την ανυπαρξία του κράτους και όλων των υποδομών του. Μας αφήσανε να καούμε παντελώς», είπε ο κ. Καΐρης και πρόσθεσε: «Μόνο ένα γιατρό είδα, διασώστη. Πάνω στη μηχανή του να πετάει το κράνος του κάτω και να λέει: «Δεν μπορώ είναι ο τέταρτος νεκρός και δεν πρόλαβα…».

Όταν η Πυροσβεστική περισυνέλλεξε τη σορό της γυναίκας μου, τους ζήτησα να ανοίξουν το σάκο για να χαιρετήσω τον έρωτα της ζωής μου. Ο ήχος του φερμουάρ τρυπάει το κεφάλι μου. Και πώς να φιλήσεις τον έρωτα της ζωής σου για 21 ολόκληρα χρόνια; Τα χείλια της ήταν παγωμένα… Ξέρετε τι μου έμεινε κυρία πρόεδρε; Αυτό εδώ; Αυτό το σακουλάκι. Είναι ότι απέμεινε από τον έρωτα της ζωής μου. Έχει μέσα αυτά που φόραγε εκείνη την ημέρα. Να το καμένο της ρολόι. Η περιουσία μου είναι αυτή η σακούλα τίποτα άλλο».».

Όπως κατέθεσε, ο κ. Καΐρης ο ίδιος μετά την απώλεια της συζύγου του εκείνος δεν είχε που να μείνει. Είπε χαρακτηριστικά: «Μετά από όλο αυτό δεν είχα που να μείνω. Κοιμόμουν τέσσερις ημέρες στο αυτοκίνητο. Πήγα στο πολιτιστικό κέντρο Νέας Μάκρης να πάρω εσώρουχα. Η απόλυτη ξεφτίλα. Και βρέθηκε ένας άνθρωπος και δυο κυρίες που μας επέτρεψαν δωρεάν να μείνουμε σε ένα ξενοδοχείο.

Αυτό όφειλε να το κάνει το κράτος. Αυτό το κράτος της ντροπής θα έπρεπε να έχει σκεφτεί να χορηγηθούν οι τάφοι δωρεάν, ώστε να μην υπάρχουν εκταφές. Διανοείστε ότι έχουν ξεκινήσει οι εκταφές; Υπάρχει άνθρωπος που από το Δήμο Αθηναίων του είπαν να κάνει εκταφή αλλιώς «θα πληρώσεις». Έκαιγε η φωτιά 77 λεπτά μέχρι να μπει μέσα στον οικισμό. Οι κατασκηνώσεις στις 5 εκκενώθηκαν. Ένας δεν υπήρχε να μας πει φύγετε;”». Κλείνοντας την κατάθεσή του ο μάρτυρας διάβασε ένα ποίημα εις μνήμην της του συζύγου, συγκλονίζοντας το ακροατήριο.

«Ο γιος μου πρώτα λιποθύμησε από τον καπνό και μετά κάηκε»

Κατά τη διάρκεια της σημερινής ακροαματικής διαδικασίας στο δικαστήριο κατέθεσε ο κ. Ευάγγελος Χαμηλοθώρης. Ο μάρτυρας έχασε τον γιο του, Παναγιώτη, και λίγο αργότερα και τη γυναίκα του η οποία υπέστη ανακοπή καρδιάς. «Την αποφράδα εκείνη ημέρα ήμουν σπίτι με την αείμνηστη σύζυγό μου.

Είδαμε για τη φωτιά στη τηλεόραση» είπε ξεκινώντας την κατάθεσή του ο εν λόγω μάρτυρας για να συνεχίσει: «Ο γιος μου εργάζονταν και σχόλαγε στις 6. Μιλήσαμε και μου είπε: «Μας μπλέξανε με τη φωτιά». Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας θόρυβος και κόπηκε η επικοινωνία μας. Μετά δεν είχαμε καμία επαφή. Ύστερα από μια ώρα αποφασίσαμε να πάμε να δούμε τι γίνεται. Πήγαμε στο Αστυνομικό Τμήμα Νέας Μάκρης. Ρωτήσαμε για θύματα και μας είπαν ότι δεν υπάρχει τέτοια πληροφορία. Πήγαμε στην περιοχή αλλά δεν μπορούσαμε να μπούμε και γυρίσαμε.

Συγγενείς μας είπαν ότι έφερναν επιζώντες σε Νέα Μάκρη και Ραφήνα. Πήγαμε στην Νέα Μάκρη και μας ενημέρωσαν πως «δεν φέρνουν εδώ επιζώντες, μόνο στη Ραφήνα». Πήγαμε στη Ραφήνα, δεν υπήρχε κανένα νέο. Αυτό κράτησε μέχρι το πρωί. Μας είπαν τότε, ότι ήρθε και το τελευταίο πλοίο με επιζώντες. Από εκεί άρχισε ο Γολγοθάς μας. Να ρωτάμε σε νοσοκομεία και αστυνομικά τμήματα για το γιο μου αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η κόρη μου έδωσε dna. Κάλεσαν και εμένα να δώσω.

Όπως κατάλαβα είχε βρεθεί η σορός του αλλά δε μας το λέγανε. Την επόμενη ημέρα μας ειδοποίησαν να παραλάβουμε τη σορό του παιδιού μου. Ο ανακριτής και ο ιατροδικαστής μας είπε ότι ο γιος μου δεν υπέφερε. Πρώτα λιποθύμησε από τον καπνό και μετά κάηκε. Ήταν ένα είδος παρηγοριάς για εμάς. Ο γιος μου εγκλωβίστηκε στο δρόμο του θανάτου και εκεί χάθηκαν πολλοί. Είχε ακούσει μάλλον ότι η φωτιά πάει προς τον Άγιο Πέτρο και αποφάσισε να πάει από Μαραθώνος. Τους οδηγούσαν προς αυτό το δρόμο. Εκεί έρχονταν αυτοκίνητα προς Νέα Μάκρη και από Νέα Μάκρη προς Ραφήνα».

ΠΗΓΗprotothema.gr
Προηγούμενο άρθροΈδωσαν την ψυχή τους στο Bazaar του Σαββάτου τα παιδιά της Παμμακάριστου (φωτογραφίες)
Επόμενο άρθροΔίκη για Μάτι: «Απαρνήθηκα τη μητέρα μου, την είδα καμένη και δεν την αναγνώρισα – Ζητάμε Δικαιοσύνη»