Νέα συγκλονιστική κατάθεση για όσα έγιναν και όσα δεν έγιναν το απόγευμα της Δευτέρας 23 Ιουλίου 2018, ακούστηκε σήμερα στο Εφετείο. Ο Αλέξης Φλώρος, κάτοικος Ματιού στην οδό Κύπρου, βρισκόταν εκείνη τη μέρα στο σπίτι του με τα παιδιά, τη σύζυγο και την πεθερά του.

Όπως είπε στην εισαγωγή του, αρχικά είδε τη φωτιά από μακριά και παρατήρησε ότι πολλά αυτοκίνητα κατέβαιναν από τους κάθετους δρόμους, ενώ άκουσε από επιβαίνοντες να λένε τη λέξη ‘Μαραθωνος’ χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι εννοούν.

«Καταλάβαμε ότι η φωτιά ερχόταν. Δεν υπήρχε πυροσβεστικη, δεν υπήρχαν ελικόπτερα, δεν υπήρχε τίποτα. Ήμασταν μόνοι μας. Πήραμε τα αυτοκίνητα και πήγαμε προς στην Αργυρά Ακτή περίπου στις 18:30.

Άρχισαν να ακούγονται εκρήξεις, άρχισαν να πέφτουν στο νερό κουκουνάρια, ο καπνός αυξήθηκε και μπήκαμε στην θάλασσα. Τα παιδιά φώναζαν πως δεν μπορούν να αναπνεύσουν. Μπήκαν πιο μέσα μέχρι που ο καπνός δεν τους άφηνε να διακρίνουν τη στεριά.

Φωνάζαμε βοήθεια στα επιβατηγά αεροπλάνα που περνούσαν από πάνω. Τέτοια ήταν η απελπισία μας. Κάποια στιγμή είδαμε δύο ηλικιωμένες γυναίκες που κρατούσαν έναν παππού σε οριζόντια θέση. Αυτό τον παππού τον είδα αργότερα να επιπλέει, τον είχαν αφήσει για να σωθούν. Κάποια στιγμή με πλησίασε η γυναίκα μου και μου είπε αυτό ήταν, δεν θα σωθούμε.

Λίγο αργότερα διακρίναμε φώτα και αρχίσαμε να κολυμπάμε προς τα εκεί.

Έξω σχεδόν από το λιμάνι είδαμε ένα καΐκι. Μέσα στο καΐκι ανέβασαν μια γυναίκα που της έκαναν ανάνηψη αλλά δεν τα κατάφερε. Όταν βγήκαμε στο λιμάνι είδαμε τις μαύρες σακούλες με τους νεκρούς. Αυτή η περιπέτεια μας σημάδεψε. Η μικρή μου κόρη παρακολουθείται από ψυχολόγο και εγώ έχω σοβαρά πρόβλημα υγείας».

Ο κ. Φλώρος τόνισε κατηγορηματικά ότι «δεν είδα κανέναν. Τον πρώτο ένστολο, τον είδα στο λιμάνι της Ραφήνας. Δεν υπήρχε καμία ειδοποίηση από κανέναν. Δεν είδα τίποτα ούτε στην θάλασσα πέρα από ψαροκάικα. Δεν είδα πυροσβεστική. Ούτε εναέρια, ούτε χερσαία, ούτε αστυνομία, ούτε ασθενοφόρα. Κανείς δεν μας είπε τι να κάνουμε. Δεν μας είπαν τίποτα. Αν μέναμε σπίτι, το θερμικό φορτίο θα μας σκότωνε. Δεν υπάρχει περίπτωση να υπήρχε πυροσβεστική και να μην την είδαμε.

Στο λιμάνι γινόταν χαμός. Ακόμα και εκεί φοβόμουν μην χαθούμε. Πολίτες μας βοήθησαν και στο λιμάνι. Πολίτες μας έδωσαν τα ρούχα τους και πήραν σάντουιτς στα παιδιά».

Και επιστρέφοντας στο ξεκίνημα της πυρκαγιάς, υποστήριξε ότι «αν δεν έβλεπα την πυκνή ροή των αυτοκινήτων δεν θα έφευγα. Όταν αποφάσισα να φύγω, δεν με εμπόδισε τίποτα να φτάσω στην θάλασσα. Το Μάτι έχει τακτοποιημένους κάθετους δρόμους. Αν μας έλεγαν να εκκενώσουμε πεζή, σε πέντε λεπτά θα ήμασταν στην θάλασσα.».

«Μετά τις 4:30 είδα τον καπνό αλλά ήταν πολύ μακριά η φωτιά. Είχαν άπλετο χρόνο και δυνατότητα να μας απομακρύνουν από τα σπίτια μας. Εγώ κατάλαβα από τον αέρα ότι η φωτιά αν ξεφύγει θα έρθει προς τα εμάς, γι αυτό αρχίσαμε να καταβρεχουμε το σπίτι μας.

Απέναντι ακριβώς από το σπίτι μου υπάρχει κρουνός αλλά έμεινε έτσι.

Ο δήμος πριν και μετά την φωτιά ήταν άφαντος».
Προηγούμενο άρθροΟ πιο περίεργος τάφος σε ελληνικό νεκροταφείο και οι καρέκλες με τα ονόματα παιδιών
Επόμενο άρθροΈνταση στη δίκη για το Μάτι – «Ντροπή, σήμερα θα ακούσετε όλη την αλήθεια»