Με την κατάθεση του δεύτερου μάρτυρα, Τάκη Κωνσταντάκη, ο οποίος το 2018 έχασε στη φωτιά τη μητέρα του, συνεχίζεται σήμερα η δίκη για την τραγωδία του Ματιού.

Στο ξεκίνημα της κατάθεσής του, ο κ. Κωνσταντάκης είπε στο δικαστήριο ότι μέχρι τις 18.00 επικοινωνούσε με την αδερφή του, κάτοικο της περιοχής και στις 19.00 είδε ότι η φωτιά είχε πια περάσει στο Μάτι. Άρχισε να παίρνει τηλέφωνα και κάποια στιγμή βρήκε τον γαμπρό του που του είπε ότι έχουν καταφύγει στην παραλία. Εκείνη την ώρα έμαθε ότι η μητέρα του έχασε τη ζωή της.

«Η πορεία της μητέρας μου από το σπίτι προς τον θάνατο κράτησε ένα τέταρτο»…

Στη συνέχεια εξήγησε ότι η παραλιακή οδός έκλεισε από αυτοκίνητα που είχαν διπλή κατεύθυνση.

Τα ανιψιά του χωρίστηκαν από την υπόλοιπη οικογένεια. Οι μεγάλοι παρκαραν το αυτοκίνητο στην Περικλέους για να μην μπλοκάρουν και πήραν «τη μία από τις 14 δόδους που έχει το Μάτι προς την θάλασσα», όπως χαρακτηριστικά είπε.

Εκείνη την ώρα υπήρχε καπνός και τους έρχονται καύτρες. Κινήθηκαν στον δρόμο της παραλίας, αλλά η μητέρα του είχε την ατυχία να σκοντάψει σε μια ρίζα. Εκείνη τη στιγμή πήρε φωτιά το πεύκο και το σχίνο που ήταν δίπλα της.

Προσπάθησαν να την τραβήξουν αλλά δεν τα κατάφεραν.

Την άφησαν και κατέβηκαν να γλυτώσουν σε μια μικρή παραλία μαζί με άλλους ανθρώπους.

Κατά τις 12:30 εμφανίστηκαν κάποιοι που άκουσαν τις φωνές του κόσμου και προσπάθησαν να τους ανεβάσουν πάνω και τους πηγαν στην Αργυρά Ακτή.

Από εκεί οι άνθρωποι έμπαιναν σε σκαφη και τους πήγαιναν σε μεγαλύτερο σκάφος που τους περίμενε στα ανοιχτά. Τους αποβίβασαν στο πιο ακραίο σημείο του λιμανιού στον Άγιο Νικόλαο, χωρίς να τους περιμένει κανείς.

Απλώς με τα πόδια κατευθύνθηκαν προς τα φώτα.

Όπως συμπλήρωσε ο κ. Κωνσταντάκης, τα ανίψια του έφυγαν προς την θάλασσα και προσπάθησαν να περπατήσουν παραλιακά προς την Νέα Μάκρη πιστεύοντας πως οι γονείς τους έχουν καεί. Τα παιδιά τα βρήκε ένας καθηγητής τους και τα κράτησε μέχρι που μπόρεσε κάποιος να τα πάρει από την Νέα Μάκρη.

Μιλώντας για τις σκηνές που έζησε έξω από το νεκροτομείο, είπε «δεν μπορείς να ξεχάσεις την οσμή της καμένης σάρκας. Εύχομαι ποτέ κανένας να μην νοιώσει ξανά τόσο αβοήθητος…»

«Μπήκαμε στην διαδικασία να ψάξουμε τι πραγματικά έγινε εκείνη την μέρα.
Ξέρουμε όλη για την φωτιά της Κινεττας, αφήνοντας την υπόλοιπη Αττική γυμνή, πράγμα που δεν επιτρεπόταν. Δεν υπήρχε εναέρια επιτήρηση με ώστε να προλάβουν δεύτερη πυρκαγιά εντός Αττικής.

Από το βούλευμα φαίνεται ότι η Φωτιά από το Νταού μέχρι την μόνη Παντοκρατορος έκανε 77 λεπτά. Δεν μπορούσαν να σηκώσουν ένα εναέριο; Να γίνει εναέρια επιτήρηση, να οργανωθεί η επίγεια δύναμη;

Ο Δήμαρχος κύριος Μπουρνους καθησυχάζει τον κόσμο ότι η φωτιά κινείται βόρεια, δεν τίθεται θέμα εκκένωσης, πάει προς Διόνυσο.

Ο κόσμος ακούει τον Δήμαρχο, δεν ακούει εναέρια, δεν ακούει σειρήνες δεν έχει λόγο να ανησυχήσει, γιατί να φύγουν; Για αυτό ο κόσμος παγιδεύτηκε. Για αυτό κάηκαν έξω από τα σπίτια τους οι άνθρωποι. Κατάλαβαν ότι κάτι συμβαίνει όταν κόπηκε το ρεύμα, μετά τις έξι»…

Για τον κ. Μπουρνούς τόνισε επίσης ότι «ο Δήμαρχος Ραφήνας είχε χρόνο να γίνει οργανωμένη απομάκρυνση, ήταν εκεί, ήξερε το μέρος, δεν το έκανε για να μην χρεωθεί μία εκκένωση που δεν θα χρειαζόταν. Αφού είδε το κίνδυνο δεν έπρεπε να περιμένει καν εισήγηση της Πυροσβεστικής».

Προηγούμενο άρθροΚυνηγός έχασε τη ζωή του όταν τον πυροβόλησε ο ίδιος του ο σκύλος
Επόμενο άρθροΞεκινά σήμερα το 3ο Φεστιβάλ Ερασιτεχνικών Θιάσων