Το 1960, η Ελευθερία, μια 22χρονη φοιτήτρια, σκοτώθηκε από τον αδερφό της επειδή διατηρούσε παράνομη σχέση με έναν συνομήλικό της. Τα μέσα αναπαρήγαγαν την υπόθεση ως «έγκλημα τιμής» και μετά το τέλος της δίκης, πλήθος κόσμου βρέθηκε έξω από το δικαστήριο για να χειροκροτήσει τον δολοφόνο.

Η Ελευθερία μπαίνει στο αυτοκίνητο του αδερφού της, Ναπολέοντα, και μαζί κατευθύνονται στο σπίτι όπου διαμένει ο σύντροφός της, Λάκης, στην οδό Μάγερ στο κέντρο της Αθήνας. Φτάνουν στις 11:30 το πρωί. Η 20χρονη φοιτήτρια φιλολογίας ανεβαίνει μόνη στο διαμέρισμα για να πάρει τις επιστολές.

Ύστερα από μερικά λεπτά, χτυπά την πόρτα ο Ναπολέων. Η μητέρα του Λάκη τον βλέπει από το τζαμάκι και αρνείται να του ανοίξει. Τότε, εκείνος σπάει ένα διπλανό παράθυρο και μπαίνει με τη βία στο σπίτι. Στο χέρι του κρατάει ένα πιστόλι. Το σηκώνει και στοχεύει την αδερφή του. Την πυροβολεί τρεις φορές. Η Ελευθερία πεθαίνει επί τόπου, καθώς οι σφαίρες της τρυπούν την καρδιά.

Δεν μένει όμως εκεί. Προχωρά στον διάδρομο του σπιτιού και σπάει μια πόρτα, πίσω από την οποία κρύβεται η μητέρα του Λάκη, Βασιλική. Την πυροβολεί και εκείνη πέφτει νεκρή στο έδαφος. Η «δουλειά» του δεν έχει τελειώσει ακόμη. Ο δολοφόνος γυρνά όλα τα δωμάτια του διαμερίσματος, με στόχο να βρει τον 22χρονο σύντροφο της Ελευθερίας. Τελικά τον εντοπίζει και του ρίχνει πέντε σφαίρες εξ’ επαφής, σκοτώνοντάς τον.

Το ημερολόγιο γράφει 1 Μαΐου 1960. Ένα από τα πιο στυγερά εγκλήματα στην ιστορία της χώρας έχει μόλις συμβεί στο κέντρο της Αθήνας. Ο Ναπολέων σκότωσε τρεις ανθρώπους, μεταξύ αυτών και την αδερφή του, επειδή ατίμασαν το σόι του. Ήταν ο τρόπος να «ξεπλυθεί η οικογενειακή ντροπή», ύστερα από την άρνηση των δύο φοιτητών που διατηρούσαν «παράνομη σχέση», να παντρευτούν.

Το χρονικό της υπόθεσης

Η Ελευθερία γεννήθηκε στο κέντρο της Αθήνας το 1940, εν μέσω πολέμου. Καταγόταν από μια εύπορη οικογένεια και είχε την οικονομική δυνατότητα να ασχοληθεί με τα γράμματα και να σπουδάσει. Η ίδια πήγαινε, μάλιστα, στο φροντιστήριο Θεακού στην πλατεία Κάνιγγος που εκείνη την εποχή θεωρούταν ένα από τα καλύτερα της πόλης. Εκεί, λοιπόν, το 1958 γνώρισε τον Λάκη. Άρχιζαν να βγαίνουν ραντεβού στα κρυφά, μιας και τα ήθη εκείνη της εποχής δεν το επέτρεπαν, ερωτεύτηκαν και σύναψαν δεσμό.

Η σχέση έγινε γνωστή στην οικογένεια της Ελευθερίας, όταν ένας θείος της κοπέλας συνάντησε τυχαία το ζευγάρι σ’ ένα παγκάκι στον Λυκαβηττό. Τα νέα έφτασαν αμέσως στον 25χρονο αδερφό της, Ναπολέων, ο οποίος έγινε έξαλλος. Η λύση για τον ίδιο και τον πατέρα του ήταν μόνο μία: ο γάμος. Την προηγούμενη, λοιπόν, του φονικού, ο πατέρας της Ελευθερίας έφτασε στο ξυλουργείο του πατέρα του συντρόφου της, με σκοπό να τον οριστικοποιήσουν.

Ο πατέρας του Λάκη, όμως, είχε διαφορετική άποψη. Δεν συμφωνούσε με τον γάμο, καθώς θεωρούσε πως οι δυο φοιτητές δεν είναι ακόμη σε ηλικία για παντρειά. Ο ίδιος, μάλιστα, έδειξε στον πατέρα της Ελευθερίας μερικά γράμματα στα οποία σημείωνε πως ο Λάκης δεν ήταν ο μόνος άντρας με τον οποίο είχε συνάψει δεσμό. Εκείνος νευρίασε, άρπαξε τις επιστολές, τις έβαλε στο σακάκι του και γύρισε στο σπίτι.

Την ίδια νύχτα ο Ναπολέων έψαξε τα ρούχα του πατέρα του και διάβασε τα γράμματα. Τότε ξύπνησε την Ελευθερία και της ζήτησε να πάνε μαζί στο σπίτι του συντρόφου της προκειμένου να πάρουν όλες τις επιστολές. Όπως και έγινε. Μόνο που ο 25χρονος αδερφός της είχε καταστρώσει ένα φρικιαστικό σχέδιο στο μυαλό του. Μετά τη στυγερή του πράξη, ο δολοφόνος συνάντησε τον πατέρα και του εξιστόρησε όλα όσα έγιναν στο διαμέρισμα της οδού Μάγερ.

Εκείνος, όμως, αποφάσισε να τον στηρίξει και μαζί διέφυγαν σε σπίτι συγγενών στον Πειραιά για να γλυτώσουν τη σύλληψη. Μερικές ώρες αργότερα, όμως, η αστυνομία κατάφερε να φτάσει στα ίχνη του δράστη. Τον συνέλαβε και τον οδήγησε απευθείας στο κρατητήριο.

Η δίκη και ο δολοφόνος που χειροκροτήθηκε

Η δίκη πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1960, δύο μήνες μόλις μετά το φονικό, στο Κακουργιοδικείο της Αθήνας. Ο Ναπολέων κατηγορούνταν για τον φόνο τριών ανθρώπων, ενώ στο εδώλιο του κατηγορουμένου ήταν επίσης ο πατέρας, ο οποίος θεωρήθηκε ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της κόρης του. Η ακροαματική διαδικασία κράτησε δέκα μέρες και συγκέντρωσε τα φώτα της δημοσιότητας. Χαρακτηριστικό είναι πως ένα από τα άτομα που βρέθηκε εντός της αίθουσας για να παρακολουθήσει τη δίκη ήταν και η Τζένη Καρέζη.

Στη δίκη κατέθεσαν αρκετοί οικείοι της οικογένειας. Μεταξύ αυτών και ο δήμαρχος του τόπου καταγωγής των κατηγορούμενων που υποστήριξε ότι εάν οι δύο άντρες κριθούν αθώοι θα τύχουν πανηγυρικής υποδοχής από τους συγχωριανούς τους. Η ετυμηγορία των δικαστών ήταν η εξής: ένοχος ο 25χρονος αδερφός της δολοφονηθείσας με ποινή φυλάκισης 25 ετών, κατά συγχώνευση, και αθώος ο πατέρας του δολοφόνου και του θύματος για την ηθική αυτουργία. Κατά την έξοδο, και οι δυο χειροκροτήθηκαν από πλήθος κόσμου που είχε συγκεντρωθεί, λες και ήταν ήρωες.