Ακόμα και το πιο άρρωστο μυαλό δεν δύναται να συλλάβει το μέγεθος της φρίκης. Ακόμα και ύστερα από τόσα χρόνια, ο αποτροπιασμός δεν μπορεί να καταλαγιάσει. Ο Θεόφιλος Σεχίδης, σαν σήμερα το 1996 κατέσφαξε την οικογένεια του. Τη διαμέλισε και έφτασε στο σημείο να βάλει στο ψυγείο τα μυαλά τους για να τα… μελετήσει. Για τρεις μήνες κανείς δεν γνώριζε τίποτα. Το φριχτό έγκλημα του Θεόφιλου Σεχίδη από τη Θάσο αποκαλύφθηκε τρεις μήνες μετά και συγκεκριμένα στις 9 Αυγούστου.

Ο 24χρονος (τότε) φοιτητής της Νομικής σκότωσε με άγριο τρόπο τους γονείς του, Μαρία και Δημήτρη, την αδερφή του, τον θείο του και τη γιαγιά του ενώ στη συνέχεια τους τεμάχισε. Μάλιστα έκανε καθημερινά το δρομολόγιο με το φέρι μποτ για την Καβάλα, μεταφέροντας τα μέλη των ανθρώπων της οικογένειάς του σε μαύρες σακούλες και το βράδυ πήγαινε στην χωματερή της Καβάλας και τα έθαβε.

Στις 21 Ιουλίου και πηγαίνοντας στην θεία του, ο Σεχίδης έπεσε σε μπλόκο αστυνομικών στην Καβάλα. Κατόπιν ελέγχου βρέθηκε μια κοντόκανη καραμπίνα, ένα κυνηγετικό όπλο και φυσίγγια. Δεν στοιχειοθετήθηκε κάτι για τους φόνους, αλλά η αστυνομία τον έβαλε στο μικροσκόπιο της. Άλλωστε και ο ίδιος περίμενε πως θα είναι ο Νο.1 ύποπτος.

«Ήταν άρρωστοι και ήθελα να τους λυτρώσω»

Μετά από πολύωρη ανάκριση, ο Σεχίδης εξαντλημένος πλέον, ομολόγησε την 9η Αυγούστου, πως στις 19 και 20 Μαΐου της ίδιας χρονιάς (1996) σκότωσε τον πατέρα, τη μητέρα, την αδελφή, τον θείο και τη γιαγιά του στον Λιμένα Θάσου. Τεμάχισε τα πτώματα και τα έβαλε μέσα σε σακούλες.

«Ήταν άρρωστοι και ήθελα να τους λυτρώσω» είχε πει στην απολογία του: «Μου έκαναν ψυχολογικό πόλεμο επειδή ήξερα ότι ήμουν άλλης μάνας παιδί και δεν μου έλεγαν την αλήθεια. Έπρεπε να φύγω από τη μέση με κάθε τρόπο. Είχαν το στίγμα από το πρόβλημα της αδελφής μου (σ.σ. έπασχε από σχιζοφρένεια), αν προστίθετο και το δικό μου, θα ήταν καταστροφή. Θα αποδεικνυόταν ότι ο πατέρας μου, ο ατσαλάκωτος διευθυντής του σχολείου, στη ζωή του ήταν ένας βρώμικος άνθρωπος. Εξάλλου, έξω στην κοινωνία, έτσι κι αλλιώς, δεν τον πολυσυμπαθούσαν».

2

Στη συνέχεια ο Θεόφιλος Σεχίδης είχε πει: «Λίγες μέρες πριν γίνει το κακό, 3-4 μέρες νομίζω, βρισκόμουν στην Κομοτηνή, όταν ξαφνικά, χωρίς να τους περιμένω, έρχονται ο πατέρας μου με τον θείο μου. Έρχονται δήθεν για να πάρουν το αυτοκίνητο του πατέρα μου, που το είχα εγώ. Εγώ ξαφνιάστηκα. Είχα να δω τον θείο μου ένα-ενάμιση χρόνο περίπου, αφότου είχε έρθει την τελευταία φορά και πάλι να ασκήσει σωματική βία πάνω μου, ώστε να καλύψουν το θέμα της καταγωγής μου. Εγώ, μόλις τον είδα, κατάλαβα πως δεν είχε έρθει για το αυτοκίνητο. Καθίσαμε, είπαμε διάφορα, φάγαμε μαζί και πριν φύγουν μου είπαν πως μόλις φτάσουν στη Θάσο, την ίδια κιόλας ημέρα, αν μπορούσα να τους έπαιρνα τηλέφωνο να μιλήσουμε. Εγώ, για ν’ αποφύγω δυσάρεστες εξελίξεις, καθυστέρησα μια ημέρα να τους τηλεφωνήσω, αλλά πάλι σκέφθηκα ότι μπορεί να ξανάρχονταν στην Κομοτηνή και τελικά τηλεφώνησα στο σπίτι.

«Είχα καταλάβει το σχέδιό τους, τους ξέκανα, για να μην με ξεκάνουν»

Μου είπαν πως έπρεπε να πάω αμέσως στη Θάσο για να μιλήσουμε. Τώρα πια επαληθεύονταν οι υποψίες μου. Έκανα μια τελευταία προσπάθεια ν’ αρνηθώ και να τους δώσω να καταλάβουν ότι είχα καταλάβει το σχέδιό τους, αφού το πράγμα είχε γίνει πλέον φανερό˙ όμως επέμεναν. Κι έτσι, την επομένη, 18 Μαΐου, πήγα στη Θάσο, στον Λιμένα. Τους βρήκα όλους μαζεμένους στο σπίτι. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και η συμπεριφορά τους έδειχνε πως έψαχναν δικαιολογία για καβγά. Ήταν εριστικοί από την πρώτη στιγμή που έφτασα κι όταν το βράδυ πήγα στο δωμάτιό μου για να κοιμηθώ, διαπίστωσα ότι μου είχαν πετάξει τις περισσότερες ζωγραφιές μου και όλες τις φωτογραφίες μου που είχα από μικρός.

Ε, εκείνο το βράδυ κοιμηθήκαμε κανονικά, κοιμήθηκε και ο θείος στο σπίτι κι όταν ξημέρωσε ξανάρχισαν οι λογομαχίες και οι απειλές σωματικής βίας από τον θείο. Μέχρι που κάποια στιγμή ο θείος μού λέει ότι θέλει να πάμε μια βόλτα πάνω στο αρχαίο θέατρο, αυτή ήταν η αρχή. Βρισκόμουν εν αμύνη. Τους ξέκανα, για να μην με ξεκάνουν. Προσπάθησε να με χτυπήσει (ο θείος) με ένα μαχαίρι. Τον έσπρωξα και έπεσε σε γκρεμό, από ύψος 10 μέτρων, κατέβηκα κάτω και τον είδα να ψυχορραγεί, και για να μη βασανίζεται άλλο, του έκοψα με το μαχαίρι το κεφάλι».

2

Για τους φόνους των γονιών του και της αδερφής του είχε πει: «Ο πατέρας μου είχε ένα μαχαίρι, φοβήθηκα. Μόλις γύρισε για να πάει στην τουαλέτα, τον πυροβόλησα και έπεσε νεκρός. Μετά του έκοψα την καρωτίδα μ’ ένα μαχαίρι. Κρατούσε κι αυτή μαχαίρι (η μητέρα του). Της άρπαξα το χέρι, την αφόπλισα και της έκοψα τον λαιμό με το μαχαίρι».

Βέβαια, η ιατροδικαστική έκθεση έδειξε ότι η μητέρα του, η Μαρία Σεχίδη είχε πυροβοληθεί στο κεφάλι, ενώ είχε πει και για την αδερφή του, πως κρατούσε και εκείνη μαχαίρι. Την επόμενη μέρα (στις 20 Μαΐου), τους επισκέφτηκε όπως συνήθιζε, η γιαγιά του η Ερμιόνη, η οποία με το που μπήκε δέχτηκε μια μαχαιριά στην καρδιά. Στην ομολογία του, είχε πει και κι αυτή «άρπαξε ένα μαχαίρι να με χτυπήσει. Τί να έκανα κι εγώ, την σκότωσα»!

Τεμάχιζε τα πτώματα ακούγοντας Τσαϊκόφσκι

Ο Θεόφιλος Σεχίδης ξεκίνησε να τεμαχίζει τα πτώματα της οικογένειάς του, ακούγοντας… Τσαϊκόφσκι. Έκοψε τα κρανία τους με σιδηροπρίονο και αφαίρεσε τους εγκεφάλους τους. Μετά τους τοποθέτησε σε πιάτο και τους έβαλε στο ψυγείο, καθώς όπως είχε πει, είχε κάποιες γνώσεις και ήθελε να τους μελετήσει. Στη συνέχεια να τους φάει για να τους τιμωρήσει. Μετά τον τεμαχισμό, πήγε στο σούπερ μάρκετ για να αγοράσει μεγάλες σακούλες σκουπιδιών, ώστε να βάλει τα μέλη των πτωμάτων μέσα.

2

«Δύο-τρεις εγκεφάλους τούς έβγαλα και τους έβαλα στο ψυγείο. Είχα κάποιες ψυχιατρικές και ιατρικές γνώσεις και ήθελα να εξετάσω την ανατομία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Αυτό είναι όλο. Δεν μετάνιωσα για τίποτα, καλά έκανα. Το ένα κεφάλι ήδη είχε σπάσει, τα μυαλά είχαν βγει, οπότε γιατί να μην τα βάλω στο ψυγείο;».

Τελικά, όμως δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τα σχέδια του. Δεν μελέτησε ποτέ τους εγκεφάλους, διότι όπως ο ίδιος είπε: «ήταν χαλασμένο το ψυγείο κι όταν τελείωσα με τα πτώματα και πήγα μετά από μια εβδομάδα να το πάρω (σ.σ.: το πιάτο) είχε αλλοιωθεί και το πέταξα».

Με τα σιδηροπρίονα ο Σεχίδης έκοβε τα οστά των πτωμάτων και με το μαχαίρι τις σάρκες τους. Στους τοίχους είχε γράψει με αίμα τη λέξη «λάθος»!

Στον ανακριτή είχε πει «δεν μετανιώνω για τίποτα», ενώ δεν είχε δεχθεί δικηγόρο, ζητώντας να υπερασπιστεί ο ίδιος τον εαυτό του. Ήταν πάντα χαμογελαστός και ήρεμος και συνήθιζε να λέει στους δημοσιογράφους: «Χαμογελάτε, είναι μεταδοτικό». Η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη που παρήγγειλε το δικαστήριο κατέληξε πως ήταν «ψυχικά άρρωστο άτομο, που χρήζει ψυχιατρικής παρακολούθησης».

Του ασκήθηκε ποινική δίωξη για ανθρωποκτονίες κατά συρροή, οπλοφορία, οπλοχρησία και οπλοκατοχή, όπως επίσης και για περιύβριση νεκρού και καταδικάστηκε σε 5 φορές ισόβια.

Δεν ήταν σχιζοφρενής, έπασχε από σχιζότυπη διαταραχή

Ο καθηγητής ψυχιατρικής Γιώργος Καπρίνης και ο ψυχίατρος Χρήστος Σκαρόπουλος, που επί πέντε μήνες είχαν παρακολουθήσει τον Θεόφιλο Σεχίδη, είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα πως δεν ήταν σχιζοφρενής. Η πρώτη λέξη που μας έρχεται στο μυαλό δεν είναι συνήθως; Δίχως να γνωρίζουμε επακριβώς και την ιατρικής της ερμηνεία και εφαρμογή.

Οι Καπρίνης και Σκαρόπουλος όμως κατέληξαν στο ότι «ήταν «άτομο προσανατολισμένο στο χώρο, το χρόνο και τον εαυτό του και έχει καλά οργανωμένο λόγο, απαντά με ευθύτητα, έχει χιούμορ, απουσιάζει όμως το συναίσθημα». Δεν έπασχε λοιπόν από σχιζοφρένεια, αλλά από σχιζότυπη διαταραχή, η οποία θα μπορούσε να αναπτυχθεί σε σχιζοφρένεια, όμως δεν συνέβη κάτι τέτοιο: «Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι στην περίπτωσή του είχε μειωμένες αντιστάσεις στην ιδέα διάπραξης των εγκλημάτων. Πάντως, δε χρήζει θεραπευτικής αγωγής. Στις συζητήσεις που κάναμε μάς είπε ότι είχε τη γνώμη πως είναι νόθο παιδί και γι’αυτό ήθελε να τους εξοντώσει».

Την εποχή εκείνη, κυκλοφορούσε έντονα πως η οικογενειακή κατάσταση του Σεχίδη ήταν περίπλοκη, πολύπλοκη και γεμάτη ιδιαιτερότητες: «Η οικογένεια Σεχίδη είχε πολλές ιδιομορφίες και ο Θεόφιλος διαβίωσε σε εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες».

Ο Θεόφιλος Σεχίδης είχε υποβληθεί μάλιστα σε πλήρη νευρολογική εξέταση, σε ηλεκτροεγκεφαλικό έλεγχο και χαρτογράφηση του εγκεφάλου, όπου δε διαπιστώθηκε τίποτε το παθολογικό, καθώς επίσης και σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, όπου επίσης ήταν η φυσιολογική. Βέβαια, όταν μεταφέρθηκε στον Κορυδαλλό και έκανε ξανά αξονική εγκεφάλου, προέκυψαν κάποια μη φυσιολογικά ευρήματα, καθώς παρουσίασε κάποιες ψυχολογικές διαταραχές και δυσκολευόταν στην επικοινωνία με το περιβάλλον του.

Κάτι που ήρθε σε πλήρη αντίθεση ακόμα και με το γεγονός, ότι ενώ αρχικά είχε κάνει έφεση, στη συνέχεια με πλήρη αυτογνωσία είπε, στις 2 Ιουνίου του 1998 στο δικαστήριο: «Δεν έχω τίποτα καινούριο να παρουσιάσω στο δικαστήριο. Όταν υπάρχουν πέντε πτώματα από πίσω, τι ρόλο μπορεί να παίζει ο πρότερος έντιμος βίος; Ασφαλώς θα με ενδιέφερε να μειωθεί η ποινή. Αλίμονο. Αλλά, η υπόθεση είναι εσχάτως σοβαρή. Τι μπορεί να γίνουν οι πέντε φορές ισόβια; Είτε τρις, είτε δις ισόβια, μια ζωή στη φυλακή είναι πάλι».

Ο Θεόφιλος Σεχίδης δεν πέρασε μια ζωή στη φυλακή βέβαια, ήταν σύντομη, καθώς στα 47 πέθανε στον Κορυδαλλό από ανακοπή καρδιάς, στις 12 Φεβρουαρίου του 2019.