
Η ιστορία πολλές φορές γράφεται με αριθμούς, αλλά η αλήθεια της κρύβεται πάντα στα πρόσωπα. Ογδόντα δύο χρόνια έχουν περάσει από εκείνη την αιματοβαμμένη Πρωτομαγιά στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, όμως στα βουνά της Ηπείρου η μνήμη αρνείται πεισματικά να σβήσει. Ανάμεσα στους ήρωες που στάθηκαν απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα, βρίσκονταν και 17 Ηπειρώτες. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας, βιοπαλαιστές, ιδεολόγοι, που πλήρωσαν με τη ζωή τους το όραμα για μια ελεύθερη πατρίδα.
Διαβάζοντας τις μαρτυρίες των δικών τους ανθρώπων, που έρχονται τώρα στο φως μαζί με σπάνια φωτογραφικά ντοκουμέντα, συνειδητοποιεί κανείς το τεράστιο ηθικό χρέος που έχουμε απέναντί τους. Ας θυμηθούμε τρεις από αυτές τις συγκλονιστικές ιστορίες, για να μην ξεχάσουμε ποτέ.
Ο δάσκαλος που δεν λύγισε ποτέ
Στο χωριό Μιχαλίτσι των Τζουμέρκων, η προτομή του δασκάλου Δημήτρη Κοσμά (ή «Μήτσου» για τους δικούς του) θυμίζει σε όλους τι σημαίνει αυταπάρνηση. Ήταν ένα πανέξυπνο, γενναίο παλικάρι που είχε γνωρίσει τη φτώχεια στο πετσί του και ήθελε με κάθε κόστος να αλλάξει τον κόσμο γύρω του.
Αποφοιτώντας από το Διδασκαλείο Ιωαννίνων και έχοντας ενταχθεί στο ΚΚΕ, συνελήφθη επί δικτατορίας Μεταξά. Η πορεία του στα χρόνια που ακολούθησαν ήταν ένας πραγματικός Γολγοθάς: Από την Ανάφη στην Ακροναυπλία και τελικά στο κολαστήριο του Χαϊδαρίου. Το καθεστώς πίεζε τον πατέρα του να τον πείσει να υπογράψει δήλωση μετανοίας. Εκείνος, όμως, από το κελί του, έδωσε την πιο αποστομωτική απάντηση: «Τις ιδέες μου δεν τις προδίδω, ούτε και το λαό μου. Κάλλιον εντάφιον η τιμή». Ήταν ένας από τους έξι δασκάλους που έπεσαν νεκροί από τα γερμανικά πυρά στην Καισαριανή.
Η σιωπή του φόβου και το ατελείωτο μοιρολόι
Ο Λάμπρος Καραγιώργος από τα Θεοδώριανα της Άρτας είχε κατέβει στην Αθήνα αναζητώντας ένα καλύτερο μεροκάματο στην κλωστοϋφαντουργία. Εντάχθηκε στην αντίσταση μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ και βρέθηκε στον τοίχο της εκτέλεσης σε ηλικία μόλις 33 ετών.

Την τελευταία του νύχτα στο Χαϊδάρι, αποχαιρέτησε έναν φίλο του λέγοντάς του το εξής: «Πες στη μάνα να μην κλάψει… Κάναμε το χρέος για την πατρίδα». Η εκτέλεσή του βύθισε την οικογένεια στο πένθος, αλλά και στον φόβο. Ο ανιψιός του, που γεννήθηκε τέσσερα χρόνια μετά και πήρε το όνομά του, θυμάται χαρακτηριστικά: «Ο πατέρας μου ποτέ δεν ανέφερε τίποτα για τον αδικοχαμένο αδελφό του. Σιωπή, μόνο σιωπή. Μοιρολογούσε μόνο η γιαγιά Μαρία…». Μια ολόκληρη γενιά έμαθε να θρηνεί τους νεκρούς της ψιθυριστά, πίσω από κλειστές πόρτες.
Πατέρας και γιος μαζί στο απόσπασμα
Ίσως η πιο σπαρακτική ιστορία να είναι αυτή της οικογένειας Ροζάνη από τη Ζίτσα. Είχαν ανοίξει ένα μικρό μπακάλικο στην Πεντέλη για να επιβιώσουν. Μια μέρα, ο 22χρονος γιος, Γιάννης, κατέβηκε στην Αθήνα για προμήθειες και έπεσε σε γερμανικό μπλόκο.
Ο 52χρονος πατέρας του, Γεώργιος, τρελαμένος από την αγωνία, πήγε στους Γερμανούς. Τους παρακάλεσε προσφέροντας τη δική του ζωή: «Πάρτε εμένα και αφήστε το παιδί». Οι ναζί, με την απόλυτη αναλγησία που τους διέκρινε, έκαναν το αδιανόητο: Συνέλαβαν και τον πατέρα. Εκτελέστηκαν και οι δύο μαζί, δίπλα-δίπλα, στην Καισαριανή.
Πίσω έμεινε η τραγική μάνα, η Ελένη. Όπως αφηγείται σήμερα η ανιψιά της, η γυναίκα αυτή έζησε μέχρι το 1977 περιμένοντας ένα θαύμα που δεν ήρθε ποτέ. Καθόταν αμίλητη στην πολυθρόνα της και, κάθε φορά που άκουγε την πόρτα να ανοίγει, αναστατωνόταν και ρωτούσε: «Το παιδί μου ήρθε;». Ήταν μια μάνα που αρνήθηκε μέχρι την τελευταία της ανάσα να δεχτεί ότι η αγκαλιά της άδειασε για πάντα.
















































