Γράφει η Αφροδίτη Θεοδώρου, Ψυχίατρος- Ψυχοθεραπεύτρια 

Η διαταραχή πανικού είναι από τις πιο συχνές ψυχικές παθήσεις της σύγχρονης κοινωνίας και ανήκει στο φάσμα των αγχωδών διαταραχών. Το άτομο που υποφέρει από διαταραχή πανικού παρουσιάζει αιφνίδια και απρόσμενα επεισόδια έντονου φόβου και άγχους. Τα επεισόδια αυτά ονομάζονται κρίσεις πανικού και η διάρκειά τους είναι συνήθως μερικά λεπτά. Μερικοί άνθρωποι μπορεί να έχουν μία ή δύο προσβολές κάθε μήνα, ενώ άλλοι μπορεί να έχουν πολλές μέσα σε μια εβδομάδα.

Στην κρίση πανικού το σώμα  βιώνει μια απρόσμενη εγρήγορση και έντονα ψυχολογικά και σωματικά συμπτώματα όπως ταχυπαλμία, εφίδρωση, τρέμουλο, αίσθημα δύσπνοιας και πνιγμού, πόνοι στο στήθος, ναυτία, ζαλάδα ή αστάθεια, φόβο απώλειας ελέγχου, φόβο επέλευσης τρέλας, φόβο θανάτου, μουδιάσματα. Αυτά τα συμπτώματα συνοδεύονται από ένα αίσθημα άμεσου κινδύνου και μια παρόρμηση διαφυγής.

Λόγω της  έντασης και της ποικιλίας που έχουν τα σωματικά συμπτώματα, τις περισσότερες φορές, τα άτομα επισκέπτονται πολλούς γιατρούς  και τους δημιουργείται η πεποίθηση ότι πάσχουν από κάτι σοβαρό. Όπως συμβαίνει με πολλές διαταραχές ψυχικής υγείας, η ακριβής αιτία της διαταραχής πανικού δεν είναι πλήρως κατανοητή. Θεωρείται ότι  προκαλείται από έναν συνδυασμό σωματικών και ψυχολογικών παραγόντων.

Οι κρίσεις πανικού δεν οφείλονται, όπως λανθασμένα πιστεύεται, σε αδυναμία του ατόμου να ελέγξει τον εαυτό του ή σε έλλειψη θέλησης. Αντιθέτως, συνήθως νοσούν άτομα δυνατά και υπεύθυνα που καταφέρνουν και λειτουργούν υπό τις πιο δύσκολες συνθήκες. Πράγματι, σε πολλές περιπτώσεις, κατά την ψυχοθεραπεία, το άτομο ανακαλύπτει σταδιακά ότι ήταν ιδιαίτερα πιεσμένο όταν συνέβη η κρίση και ότι ήταν «διχασμένο» ανάμεσα σε αντικρουόμενες επιλογές, ανάμεσα σε αυτό που «θέλει» και σε αυτό που «πρέπει» να κάνει.

Από άποψη φυσιολογίας οι κρίσεις πανικού δεν είναι επικίνδυνες, δηλαδή το άτομο δεν παθαίνει αυτό που φοβάται ότι θα του συμβεί. Όμως ο οργανισμός επιβαρύνεται από τη συνεχή ένταση και μπαίνει σε μια κατάσταση που συνεχώς δοκιμάζονται τα όρια και οι αντοχές του. Άπαξ και συμβεί μια φορά, το άτομο αρχίζει και βιώνει άγχος προσμονής για την επόμενη κρίση. Και η παραμικρή δυσφορία, ζάλη ή αδιαθεσία ερμηνεύεται με αρνητικό έως και καταστροφικό τρόπο.

Έτσι αρχίζει να «φτωχαίνει» η καθημερινή ζωή του ατόμου και να αναπτύσσεται αγοραφοβία, δηλαδή, η φοβία για τα ανοικτά μέρη από τα οποία δεν μπορεί κανείς να έχει διαφυγή. Έτσι αποφεύγονται σταδιακά διάφορες δραστηριότητες και το άτομο αρχίζει και προτιμά να μένει μέσα στο σπίτι. Πράγματι, πολλά άτομα που πάσχουν από κρίσεις πανικού δεν μπορούν πια να ασκήσουν κανονικά το επάγγελμά τους, να οδηγήσουν το αυτοκίνητό τους, να βγουν από το σπίτι τους αν δεν έχουν μαζί τους κάποιον συνοδό.

Το πρώτο βήμα της θεραπείας είναι να μάθει το άτομο να ελέγχει τον φόβο του και να αντιμετωπίζει τις κρίσεις όταν συμβαίνουν. Το δεύτερο βήμα και το πιο μακροχρόνιο είναι να απαλλαγεί από τα συμπτώματα. Η θεραπευτική διαδικασία περιλαμβάνει την ψυχοθεραπεία και τη φαρμακευτική αγωγή. Είναι πολύ σημαντικό για τα άτομα που υποφέρουν από τη διαταραχή πανικού να ζητούν εξειδικευμένη βοήθεια ώστε να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα των κρίσεων πανικού. Οι κρίσεις πανικού τελικά, έρχονται για να μας υποδείξουν ότι αν δεν κάνουμε κάποια αλλαγή στη ζωή μας, μπορεί να αρρωστήσουμε.

Χρειάζεται να δούμε τους  παράγοντες που μας προκαλούν πίεση, φόβο και στεναχώρια. Μια κύρια αλλαγή είναι να βάλουμε σε προτεραιότητα τον εαυτό μας, να κάνουμε πράγματα που μας ευχαριστούν και μας «τρέφουν» σε συναισθηματικό και πνευματικό επίπεδο. Αυτό δεν είναι εύκολο εγχείρημα και χρειαζόμαστε υποστήριξη και ενθάρρυνση. Κάθε αλλαγή προκαλεί και τη δική μας αντίσταση, αλλά και των κοντινών μας ανθρώπων.

Γι’ αυτό το λόγο είναι αναγκαία η ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Το βασικό μήνυμα είναι ότι το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί και η αναζήτηση βοήθειας είναι το πρώτο και πιο ουσιαστικό βήμα για την επίλυσή του.