Γράφει ο ΚΩΣΤΑΣ ΖΟΡΓΙΟΣ

Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ευτυχία να γνωρίζουν παππούδες όσο βρίσκονται σε μικρή ηλικία και ρουφούν τα πάντα σαν σφουγγάρι, και δη παππούδες που ακόμη στέκονται στα πόδια τους, έχουν ενέργεια και μπορούν να αφιερώσουν δημιουργικό χρόνο στα εγγόνια. Ένας παππούς θα σε μάθει να διακρίνεις το δίκιο από το άδικο, θα σου περιγράψει το χάσμα τουλάχιστον δύο γενεών, θα σε διδάξει Ιστορία, θα σου κάνει πολύ περισσότερα χατίρια από ότι ο γονιός και ενίοτε θα γίνει αιτία να φτάσεις μέχρι το νούμερο 7 της κατάταξης στην Ελλάδα, να είσαι μέλος της Εθνικής και να ζεις, εν μέρει τουλάχιστον, από το πινγκ πονγκ…

«Πρόοδος Νέου Βουτζά» και προπόνηση… με το ψυγείο

Όπως συμβαίνει με πολλά παιδιά της γενιάς του, ο Κωνσταντίνος Αγγελάκης ξεκίνησε από πολύ μικρός να ασχολείται με διάφορα αθλήματα, προκειμένου οι γονείς να δουν σε ποιο έχει έφεση και με ποιο διασκεδάζει περισσότερο.

Γράφτηκε σε ομάδα ποδοσφαίρου, σε σύλλογο τάε κβο ντο, στην ομάδα τένις του Μαραθώνα, αλλά τελικά λάτρεψε το πράσινο (συνήθως) τραπέζι με μήκος 275 εκ., πλάτος 152.5 εκ. και ύψος 76 εκ., ίσως γιατί εξαιτίας του πινγκ πονγκ ξόδεψε πολλές ώρες δίπλα στον παππού του, παίζοντας μαζί του στο υπόγειο του σπιτιού…

Σε ηλικία 8 ετών, ο Κωνσταντίνος γράφτηκε στην «Πρόοδο Νέου Βουτζά» για να περάσει στο επόμενο στάδιο από αυτό του «αλλάζω μπαλιές με τον παππού μου».

Την αμέσως επόμενη χρονιά αφοσιώθηκε πλήρως στο αγαπημένο του παιχνίδι παρατώντας το τένις και οι τρεις προπονήσεις την εβδομάδα σε συνδυασμό με το ταλέντο του, αλλά και την προπόνηση στο σπίτι παρέα με το ψυγείο, είχαν άμεσα αντίκτυπο.

Σε ηλικία 10 ετών, ως μαθητής Ε΄ Δημοτικού, έφτασε στον τελικό του Πανελληνίου, όπου και ηττήθηκε. Ήταν το πρώτο ραντεβού με την επιτυχία, μόλις στο τρίτο έτος πιο σοβαρής ενασχόλησης με το πινγκ πονγκ.

Ο προπονητής του, Λουίτζι Σκέμπρι, ο οποίος τον καθοδηγεί μέχρι και σήμερα, κατάλαβε αμέσως ότι κάτι πολύ καλό βρίσκεται στα χέρια του και από την ΣΤ΄ Δημοτικού οι προπονήσεις εντάθηκαν τόσο σε συχνότητα όσο και σε ρυθμό.

Μοναδικός στην Ελλάδα

Αποτέλεσμα; Την επόμενη εξαετία ο Κωνσταντίνος πέτυχε κάτι που δεν το έχει πετύχει κανένας άλλος Έλληνας παίκτης. Κατέκτησε τρία διαδοχικά πρωταθλήματα Παίδων (από Α΄ έως Γ΄ Γυμνασίου) και τρία σερί Εφηβικά (από Α΄ έως Γ΄ Λυκείου). Στη Γ΄ Λυκείου, μάλιστα, συμμετείχε και στο Πανελλήνιο Ανδρών όπου κατέλαβε την τρίτη θέση, αποδεικνύοντας στους άλλους ότι θα ‘χουν δυνατό ανταγωνιστή στο μέλλον και στον εαυτό του ότι η επιλογή να ασχοληθεί με το πινγκ πονγκ αντί για κάποιο άλλο άθλημα ήταν τελικά σοφή…

Στο μεσοδιάστημα, όταν πήρε το πρώτο του παιδικό (Α΄ Γυμνασίου), τον έβαλαν να προπονείται με την Εθνική Γυναικών, ενώ την αμέσως επόμενη χρονιά προβιβάστηκε και κέρδισε να προπονείται με την Εθνική Ανδρών. Αυτές οι δύο συγκυρίες τού πρόσφεραν απίστευτα σημαντικές εμπειρίες και είχαν καθοριστική σημασία στην εξέλιξή του.

«Το πινγκ πονγκ δεν έχει πολλά χρήματα για να πεις ότι μπορείς να ζήσεις από αυτό. Αν θες όντως να βγάλεις λεφτά, θα πρέπει να παρατήσεις τα πάντα, να φύγεις στο εξωτερικό και να αφοσιωθείς σε αυτό αποκλειστικά. Το ρίσκο, όμως, είναι μεγάλο. Θα μπορέσεις ποτέ να φτάσεις τόσο ψηλά για να πεις ότι μέχρι την ημερομηνία λήξης θα έχεις αποκομίσει σοβαρά οικονομικά οφέλη; Κι αν σου προκύψει σοβαρός τραυματισμός, τι κάνεις;», μας λέει ο Κωνσταντίνος δικαιολογώντας έτσι την απόφασή του να μην ρίξει όλο το βάρος στο πινγκ πονγκ (παρότι δεδομένα θα μπορούσε να γίνει ακόμα καλύτερος), αλλά να διαβάσει, να δώσει πανελλήνιες και να μπει στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο προκειμένου να σπουδάσει Πολιτικός Μηχανικός.

Γερμανία και homesickness

Στην πορεία, βέβαια, το παιχνίδι και η εφηβική περιέργεια τον τράβηξαν περισσότερο από τις σπουδές. Αφού πέρασε επτά μαθήματα, πάτησε παύση κι έφυγε για Γερμανία. Γιατί καλός ο «ΑΟ Ταταύλα», στον οποίο είχε μεταγραφεί μετά την «Πρόοδο», αλλά ακόμη καλύτερες οι παραστάσεις στην κορυφαία ευρωπαϊκή χώρα σε ό,τι αφορά στο επίπεδο του πινγκ πονγκ.
Ενδεικτικό είναι ότι στη δεύτερη κατηγορία όπου έπαιξε, το επίπεδο είναι καλύτερο από την ελληνική Α’1.

Τα χρήματα που έβγαζε ως αθλητής της Φρικενχάουζεν έφταναν και περίσσευαν για ένα παιδί 21 ετών, καθώς η ομάδα πλήρωνε το σπίτι και τις μετακινήσεις. Οι εμπειρίες που απέκτησε, επίσης, υπερπολύτιμες, αλλά η Στουτγάρδη είναι μια «βαριά» πόλη και ο Κωνσταντίνος βίωσε το homesickness.

Γύρισε μετά από μόλις έναν χρόνο και τώρα αναδιοργανώνει τις προτεραιότητές του. Βασική είναι να πάει σε ομάδα που διεκδικεί το πρωτάθλημα για να αυξήσει και τις πιθανότητές του να αγωνιστεί σε μεγάλους αγώνες με το εθνόσημο.

Δεύτερος στόχος να βρει συμβόλαιο σε ομάδα του εξωτερικού, με πρώτες επιλογές την Ιταλία και τη Γαλλία (μπορεί να πηγαίνει μόνο στους αγώνες και δε χρειάζεται να ζει εκτός Ελλάδος), τόσο για οικονομικούς λόγους όσο και για να βελτιωθεί.

Τρίτος στόχος να βγάλει τη σχολή και να ακολουθήσει τα χνάρια του πατέρα του ως Πολιτικός Μηχανικός.

Όλα φαίνονται να έχουν μπει σε μια σειρά, αλλά τα πράγματα μόνο φυσιολογικά δεν ήταν πριν λίγο καιρό. Η ατυχία χτύπησε δις την οικογένεια. Το σπίτι της στο Νέο Βουτζά κάηκε στις 23 Ιουλίου, ενώ έναν μήνα νωρίτερα έφυγε από τη ζωή ο παππούς. Γνωρίζοντας, τουλάχιστον, ότι οι μπαλιές που άλλαζε με τον εγγονό του έγιναν πόντοι στην πορεία του χρόνου…