Γράφει η Μαριάνθη Χανδρινού*

Ονομάζομαι Μαριάνθη και είμαι εγκαυματίας από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι. Τον Ιούλιο του 2018 ήμουν 17 ετών, ανήλικη, μόλις είχα ολοκληρώσει τις πανελλαδικές εξετάσεις. Θυμάμαι τον εαυτό μου βυθισμένο στην απογοήτευση, γιατί δεν είχα γράψει όσο καλά περίμενα. Πίστευα πως όλα είχαν τελειώσει, πως είχε γκρεμιστεί ο κόσμος μου. Δεν είχα ιδέα πόσο μικρή και ασήμαντη ήταν αυτή η στεναχώρια μπροστά σε αυτό που θα ακολουθούσε λίγες μέρες μετά.

Το πρωί της Δευτέρας 23 Ιουλίου ξεκίνησε όπως κάθε άλλο. Τίποτα δεν προμήνυε το κακό. Μέσα σε λίγες ώρες όμως,ο εφιάλτης εισέβαλε στη ζωή μας. Η φωτιά κινήθηκε με τέτοια ταχύτητα και αγριότητα, που δεν άφηνε περιθώρια αντίδρασης. Μαζί με τη μητέρα μου, προσπαθήσαμε να διαφύγουμε. Αν καθυστερούσαμε έστω και ένα λεπτό να εγκαταλείψουμε το σπίτι μας, αυτή η σελίδα δεν θα είχε κείμενο με την υπογραφή μου. Δεν θα ήμουν εδώ να σας πω την ιστορία μου.

Η φωτιά με σημάδεψε κυριολεκτικά και μεταφορικά. Υπέστην σοβαρά εγκαύματα τρίτου βαθμού σε μεγάλο ποσοστό του σώματός μου. Μεταφέρθηκα στο νοσοκομείο, όπου ακολούθησε μια μακρά, επίπονη περίοδος νοσηλείας, αποκατάστασης και χειρουργικών επεμβάσεων. Το σώμα μου είχε καεί, αλλά η ψυχή μου ήταν εκείνη που είχε πληγεί περισσότερο. Πιο βαθιά.

Η εγκαυματική νόσος δεν περιορίζεται μόνο στο δέρμα. Όπως εξηγούν οι ειδικοί, πρόκειται για μια πολυπαραγοντική κατάσταση που επηρεάζει ακόμα και τα εσωτερικά όργανα. Η ανάρρωση είναι μακρά, επίπονη και ψυχοφθόρα. Κάθε επέμβαση, κάθε αλλαγή επιδέσμου, κάθε μέρα που περνούσε στο νοσοκομείο ήταν ένας μικρός, αλλά σημαντικός αγώνας για την επιβίωση.

Έπειτα από περίπου ενάμιση μήνα, πήρα εξιτήριο. Όμως τίποτα δεν ήταν όπως πριν. Πέρασα όλα τα στάδια του πένθους – γιατί αυτό που είχα ζήσει ήταν, με έναν τρόπο, ένας θάνατος. Ο θάνατος της προηγούμενης εκδοχής του εαυτού μου. Πένθησα για το σώμα μου, για την εικόνα μου, για την αίσθηση του «φυσιολογικού». Στην αρχή ήμουν σε άρνηση. Δεν ήθελα να δεχτώ αυτό που είχε συμβεί. Αργότερα ήρθε η οργή – οργή για την καταστροφή, για τις αμέτρητες χαμένες ζωές, για την απώλεια.

Με τον καιρό, όμως, άρχισα να αποδέχομαι τη νέα μου πραγματικότητα. Τα σημάδια στο σώμα μου δεν ήταν πια κάτι ξένο, κάτι που έπρεπε να κρύψω ή να ντραπώ. Αντιθέτως, άρχισα να τα βλέπω ως κομμάτια του εαυτού μου. Αυτά τα σημάδια είναι η ιστορία μου. Είναι η Μαριάνθη. Δεν με προσδιορίζουν, αλλά με συνοδεύουν. Κι αυτή η αποδοχή ήταν απελευθερωτική.

Το σημαντικότερο συμπέρασμα που έβγαλα ήταν το εξής: κανείς δεν μπορεί να σε γιατρέψει αν δεν θέλεις εσύ να γιατρευτείς. Κανείς – ούτε ο πιο ειδικός, ούτε ο Θεός ο ίδιος – δεν μπορεί να σε σώσει αν δεν γίνει εκείνο το εσωτερικό «κλικ». Και για μένα, αυτό το «κλικ» έγινε μια συνηθισμένη μέρα, όταν ξύπνησα και είπα: «Μαριάνθη, πρέπει να ζήσεις.»

Η στήριξη της οικογένειάς μου ήταν καθοριστική. Οι δικοί μου άνθρωποι στάθηκαν βράχος δίπλα μου σε κάθε στιγμή. Χωρίς αυτούς, δεν θα είχα φτάσει ως εδώ. Μέσα σε αυτόν τον προσωπικό μου Γολγοθά, ένιωσα επίσης έντονη την ανάγκη πίστης. Δεν ήμουν ποτέ θρήσκα, αλλά πάντα ένιωθα πως υπάρχει κάτι ανώτερο από εμάς. Μετά τη φωτιά, αυτό το συναίσθημα ενισχύθηκε. Δεν μπορώ να το εξηγήσω με λόγια, αλλά νιώθω ότι κάτι – κάποια δύναμη – με έσωσε. Κάτι ήθελε να συνεχίσω.

Σήμερα, είμαι εδώ. Ζωντανή. Όχι όπως ήμουν πριν, αλλά ίσως πιο ολοκληρωμένη από ποτέ. Η εμπειρία αυτή μου έδωσε μια άλλη σοφία, μια βαθύτερη κατανόηση του τι έχει σημασία στη ζωή. Έμαθα να μην στεναχωριέμαι για μικρά πράγματα, να βλέπω τους ανθρώπους πέρα από την εξωτερική εμφάνιση, να εκτιμώ την κάθε μέρα.

Προσπαθώ, όσο μπορώ, να αλλάξω τη νοοτροπία γύρω μου. Όχι γιατί πιστεύω ότι μπορώ να αλλάξω τον κόσμο – ποια είμαι εγώ άλλωστε; – αλλά γιατί νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ την αλήθεια μου. Να δείξω πως ακόμη και μέσα από τις στάχτες, μπορεί να ξεκινήσει κάτι καινούριο. Και πως η αγάπη προς τον εαυτό μας είναι το πρώτο βήμα για την πραγματική αναγέννηση.

Ο αγώνας μου δεν σταμάτησε όταν βγήκα από το νοσοκομείο. Συνεχίζεται κάθε μέρα. Ο πρώτος στόχος ήταν η επιβίωση. Ο δεύτερος, η αποδοχή. Και τώρα, ο στόχος είναι η ζωή — με ουσία, με δύναμη, με αλήθεια. Έχω θέσει νέους, έχω βάλει νέες προτεραιότητες. Θέλω η ιστορία μου να δώσει φως σε ανθρώπους που βρίσκονται στο σκοτάδι. Να τους θυμίσει πως, ό,τι κι αν έχουν περάσει, αξίζουν να αγαπηθούν — πρώτα απ’ όλα από τον ίδιο τους τον εαυτό.

Γιατί μόνο όταν αγαπήσουμε αυτό που είμαστε – με τις πληγές μας, τα σημάδια μας, τις ιστορίες μας – μπορούμε πραγματικά να προχωρήσουμε. Να ζήσουμε.

* Η Μαριάνθη Χανδρινού είναι εγκαυματίας της φωτιάς στο Μάτι

Προηγούμενο άρθροΜακάβριο εύρημα στην Παλλήνη – Βρέθηκαν οστά κάτω από γέφυρα
Επόμενο άρθροΙστορικό ορόσημο στη Βρετανία: Γεννήθηκαν παιδιά με DNA από τρεις ανθρώπους και είναι απολύτως υγιή