Κυριακή 22 Ιουλίου. Το Μάτι είναι γεμάτο κόσμο. Μόνιμους κατοίκους, τουρίστες, επισκέπτες της μιας ημέρας και όλοι απολαμβάνουν την ομορφιά του. Τη γαλήνη της θάλασσας, τον ήλιο στην παραλία, το μεσημεριανό φαγητό, την αλληλεπίδραση σε αυτή τη γωνιά της Ανατολικής Αττικής. Πολλές ώρες αργότερα, το σκηνικό φρίκης που ακολουθεί, θα στοιχειώνει για πάντα τους ανθρώπους που έμειναν πίσω, αυτούς που υπέστησαν σωματικά και ψυχικά τραύματα, μα πάνω από όλα, θα έχει στερήσει τη ζωή σε φίλους, συγγενείς, γονείς και παιδιά.

Αύριο συμπληρώνονται επτά χρόνια από εκείνη τη Δευτέρα και η Κατερίνα Μαλά, με μια συγκινητική ανάρτησή της δίνει τη δική της ερμηνεία στο ερώτημα «τι σημαίνει ημέρα συλλογικής μνήμης…

«Για εμάς που ζήσαμε την φρίκη εκείνης της μέρας, νομίζω πως είναι μία διαδικασία βαθιά και ουσιαστικά εσωτερική.

Θέλεις να θυμηθείς- λες και ξέχασες ποτέ-, να ενωθείς με τους δικούς σου ανθρώπους που ξέρουν τι έγινε εκείνη την ημέρα, να μιλάς λίγο και να εννοείς πολλά.

Δεν θέλεις πολλές κουβέντες. Δεν θέλεις να εξηγείς σε ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν. Θέλεις να βρεθείς κοντά με αυτούς που νοιώθουν όπως εσύ. Που ξέρουν να αναγνωρίζουν τον θρήνο, τον πόνο, την απόγνωση, την εγκατάλειψη, την σιωπή, τις ενοχές, το θάρρος, τον αγώνα, την αυτενέργεια, την ελπίδα, την δύναμη.

Θέλεις να ακούσεις την καμπάνα να χτυπά πένθιμα, ακριβώς την ώρα που ξεκίνησε η φωτιά στην Πεντέλη. Να ακούσεις αυτή την κραυγή στο κεφάλι σου… ΕΙΧΑΜΕ ΧΡΟΝΟ!

Είχαμε. Αλλά δεν μας τον έδωσαν…..

Σφίγγεις τα δόντια και είναι από οργή. Αυτή η οργή δεν λέει να καταλαγιάσει.
Όμως ακούς την καμπάνα ξανά και αποκτά μία άλλη υπόσταση ο ήχος της. Σαν να έρχεται από πιο ψηλά. Σαν τα παιδιά να χτυπούν το βαρύ μέταλλο με τα χεράκια τους και να σου λένε πως αυτοί οι χτύποι δεν είναι για αυτά. Για τους επόμενους χαμούς χτυπά η καμπάνα…..

Έτσι η οργή γίνεται δύναμη και πείσμα και ελπίδα και υπόσχεση.
Υπόσχεση σε αυτούς τους ανθρώπους που σε λίγο θα ακούσεις τα ονόματά τους να προσφωνούνται.

Ένα- ένα.
Αργά.
Με σεβασμό.

Και όταν ακούγονται τα ονόματα των φίλων τους, τα πρόσωπα των παιδιών αλλάζουν και νομίζεις πως η καρδιά σου τρυπιέται από δεκάδες καρφιά.

Και μετά έρχονται τα φαναράκια, σαν διαδικασία εξαγνισμού.

Για να μην αφήσεις την οργή να σιγοτρώει την ψυχή σου. Μπαίνεις στην θάλασσα κρατώντας το φως της μνήμης και το αφήνεις να το παρασύρει το ρεύμα στ’ ανοιχτά. Και εκεί που σε κυριευαν τα συναισθήματα για τους άλλους, τώρα το φως γυρίζει προς εσένα και άλλες σκέψεις πλημμυρίζουν το μυαλό σου.

Αφήνεις το φαναράκι σου να φύγει, γυρνάς προς την ακτή και είσαι άλλος από αυτόν που μπήκες στο νερό.

Στρέφεις το βλέμμα για άλλη μία φορά προς τα φαναράκια που όλα μαζί ταξιδεύουν και ψιθυρίζεις:

Και του χρόνου εδώ….

Τελικά η μέρα μνήμης δεν είναι αφιερωμένη σε αυτούς που προδόθηκαν και έχασαν την ζωή τους.

Δεν είναι αφιερωμένη σε αυτούς που εγκαταλείφθηκαν και ζουν με τις πληγές στο σώμα τους και την ψυχή τους.

Δεν είναι αφιερωμένη σε αυτούς που πλήρωσαν την μικρότητα με την καταστροφή της ζωής τους, όπως την ήξεραν.

Δεν είναι αφιερωμένη σε αυτούς που είχαν την ευλογία να βγουν αλώβητοι από τον πόλεμο της 23ης.

Η μέρα αυτή δεν ανήκει σε κανέναν και ανήκει σε όλους.

Αλλά κυρίως, αυτή η μέρα ανήκει στα παιδιά.

Στα παιδιά που επιβίωσαν και παλεύουν με τις μνήμες του ολέθρου, αλλά πάνω από όλα, στα παιδιά που έφυγαν όπως έφυγαν.

Για αυτά είμαστε όλοι εκεί. Να μας βλέπουν, όπου και να βρίσκονται και να ξέρουν πως δεν τα ξεχνάμε….

Σε αυτά τα παιδιά είναι αφιερωμένη η μέρα.

Στον Δημήτρη, την Εβίτα, τον Ανδρέα, την Σοφία, την Βασιλική, τον Γιώργο, τον Δημήτρη, τον Kasper, την Μαρήλια, την Εβελίνα τον Βίκτωρα και τον Πάρι, τον μπέμπη….».

Προηγούμενο άρθροΧάκερ διέλυσαν εταιρεία με ιστορία 158 ετών λόγω ενός αδύναμου κωδικού
Επόμενο άρθρο«Σαν σήμερα ένα τέρας έλιωσε το κεφάλι του παιδιού μου»