Τα 50 χρόνια πορείας της οικογενειακής ταβέρνας «Ο Βασίλης» στο Μάτι που έχει ταΐσει… όλη την Αττική

Του Κώστα Ζοργιού

Ο Βασίλης και η Ζέφη. Δύο μικρά ονόματα αρκούν για να γίνει αμέσως η σύνδεση πολλών ανθρώπων με διαφορετικές εικόνες και αναμνήσεις. Σαββατόβραδα με καλή παρέα και μπόλικο κρασί, μεσημέρια Κυριακής σε οικογενειακά γεύματα με πολύ κοκορέτσι και τα θρυλικά κολοκυθάκια, σερβιτόροι να πηγαινοέρχονται με γεμάτα ή στοίβες άδεια πιάτα, χοροί, γιορτές, γενέθλια, τσουγκρίσματα, αγκαλιές, μικρές μάχες για το ποιος θα πληρώσει.

Και πίσω από τις κουρτίνες, δύο άνθρωποι να τρέχουν πρωτίστως για να τους αφήσουν όλους ευχαριστημένους, να ακούσουν την καλή κουβέντα για το φαγητό και την ποιότητα. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη ανταμοιβή τους. Σε μια στροφή της Μαραθώνος στο Μάτι έχει γραφτεί ιστορία μισού αιώνα από ένα ζευγάρι που ήρθε στην περιοχή… κατά λάθος.

Ο Πολιχνίτος είναι ένα χωριό 2.000 κατοίκων στη Λέσβο και πιθανότατα ακόμα λιγότερων όταν εκεί ζούσαν ο Βασίλης και η Ζαφείρα Ζούρου. Μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ‘60 δεν είχαν την παραμικρή ιδέα ότι θα στήσουν το σπιτικό τους κάπου αρκετά μακριά, πόσω μάλλον ότι ο μαραγκός στο επάγγελμα Βασίλης, θα κάνει δική του επιχείρηση από το μηδέν και θα τη γιγαντώσει.

Μια επίσκεψη σε έναν συγγενή το 1966, είναι αρκετή ώστε να μαγευτούν από τη Νέα Μάκρη. Μένουν λίγες μέρες παραπάνω από το προγραμματισμένο και τελικά αποφασίζουν να εγκατασταθούν προσωρινά εδώ, μήπως και στήσουν ένα μόνιμο σπιτικό. Αυτός είναι 31 κι εκείνη 27 και για να συντηρηθούν, ο Βασίλης πιάνει δουλειά ως σερβιτόρος στις ψαροταβέρνες του Κούρτη και του Μαυρίκου στην παραλία.

Το σουβλατζίδικο, το εστιατόριο στη Ν. Μάκρη και το ξεκίνημα του «Βασίλη»

Τρία χρόνια αργότερα, το 1969 κι αφού πια έχουν πειστεί ότι εδώ θέλουν να ζήσουν, ανοίγει το πρώτο του μαγαζί, ένα σουβλατζίδικο στην πλατεία της Νέας Μάκρης. Έχει δουλειά, μαζεύει χρήματα και γρήγορα το κλείνει για να μεταφερθεί στη Μαραθώνος και να ανοίξει ένα μεγαλύτερο εστιατόριο – ψητοπωλείο. Το μικρόβιο έχει ήδη μπει στο ζευγάρι και το 1972 παίρνουν την απόφαση να αγοράσουν ένα οικόπεδο στο Μάτι. Δύο χρόνια και αρκετή δουλειά αργότερα ανοίγει τις πόρτες της το Εξοχικό Κέντρο «Ο Βασίλης», που μισό αιώνα μετά αποτελεί το «σημάδι» για τους οδδηγούς ότι μπήκαν στο Μάτι.

Το ξεκίνημα γίνεται με μικρό μενού, όπως είχαν τότε όλες οι ταβέρνες. Κοκορέτσι, κρέατα στη σούβλα, πατάτες τηγανητές και σαλάτα και βέβαια τα τηγανητά κολοκυθάκια με χυλό της Ζέφης, που έχτισαν έναν μύθο στο Μάτι. Επιλεκτικός στο τι θα ψωνίσει και προνοητικός, μια και ξέρει ότι έτσι θα κάνει τη διαφορά, ο Βασίλης ψάχνει ένα ένα τα μοσχάρια στην αγορά και φτάνει μέχρι τον Βαρνάβα μόνο και μόνο για να πάρει ντομάτες. Το «μπαμ» που κάνει με το «καλημέρα» το μαγαζί, τον δικαιώνει.

Σε μια εποχή που το Μάτι δεν έχει κόσμο τον χειμώνα και υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός με τις ψησταριές της Αγίας Μαρίνας, όπου… συνωστίζονται ο Κλεφτάκης, ο Τσίρκας, η Ρεγγίνα, τα Πευκάκια και το Στανομάντρι, «Ο Βασίλης» κερδίζει το δικό του μερίδιο αγοράς και δεν είναι καθόλου αμελητέο. Τον χειμώνα είναι γεμάτος κάθε τριήμερο και τις καθημερινές φιλοξενεί τους πρώτους πιστούς πελάτες, ενώ τα καλοκαίρια δεν βρίσκεις τραπέζι να καθίσεις. Όλα έχουν πάρει τον δρόμο τους και στην πρώτη δεκαετία ζωής του «το εξοχικό κέντρο» έχει κερδίσει τον σεβασμό της τοπικής κοινωνίας, καθώς και την αγάπη των ντόπιων που έχουν κάνει στέκι τους το μαγαζί.

Ο Γιώργος, η Παναγιώτα και η εκτόξευση

Το 1984 έρχεται η πρώτη ανακαίνιση. Επιστρατεύεται διακοσμητής, γίνεται γενναία αλλαγή εντός και εκτός και το μαγαζί αρχίζει να «μεγαλώνει» και να γίνεται γνωστό και μακριά από το Μάτι. Αποκτά περισσότερους επισκέπτες του Σαββατοκύριακου από διάφορες γειτονιές της Αθήνας και βέβαια περισσότερο προσωπικό για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις.

Το 1988, ρίχνεται στη μάχη η δεύτερη γενιά. Ο γιος τους, Γιώργος, μόλις έχει απολυθεί από φαντάρος και ακολουθεί τον δρόμο που ήθελε πάντα να ακολουθήσει, έχοντας μεγαλώσει μέσα στην κουζίνα. Με τη σύζυγό του, Παναγιώτα, μπαίνουν ενεργά στο μαγαζί και δημιουργείται μια τετράδα που κάθε βράδυ, μετά το κλείσιμο, κάνει πρώτα τον απολογισμό και μετά τα όνειρα για το μέλλον.

Από το 1990 έως το 2004 «Ο Βασίλης» πηγαίνει με το… γκάζι στο πάτωμα. Έχουν προστεθεί νέα πιάτα, έχει αλλάξει ριζικά ο χώρος και έχει φτιαχτεί και η παιδική χαρά, αφού ο Γιώργος είναι πια πατέρας τριών παιδιών και αντιλαμβάνεται ότι μια τέτοια παροχή θα φέρει περισσότερες οικογένειες στα τραπέζια.

Η κρίση και η φωτιά

Η επιχείρηση που ξεκίνησε δειλά δειλά με τον ερχομό της Μεταπολίτευσης έχει περάσει σε νέα εποχή αλλά ουδείς μπορεί να προβλέψει τις εξελίξεις. Η κρίση αλλάζει άρδην τα δεδομένα. Η πελατεία μειώνεται κι ο κόσμος που βγαίνει για να διασκεδάσει, είναι πολύ μετρημένος και προσεκτικός.

Ο «Βασίλης» έχει το υπόβαθρο για να μείνει όρθιος και τα καταφέρνει μέχρι που έρχεται το δεύτερο χτύπημα.

«Σταθήκαμε απέναντι στο μαγαζί, το ίδιο βράδυ Δευτέρας 23 Ιουλίου, το είδαμε μισοκαμένο και βάλαμε τα κλάματα. Ήταν μια αυθόρμητη αντίδραση ξέροντας τι κόπο είχαμε ρίξει εκεί μέσα. Όταν μάθαμε ότι είχε χαθεί τόσος κόσμος και δικοί μας άνθρωποι, φίλοι, πελάτες, έπαψε να μας λυγίζει η δική μας καταστροφή. Ξέραμε ότι θα το ξαναφτιάξουμε και θα το κάνουμε και καλύτερο».

Η απώλεια του Βασίλη και η τρίτη γενιά

Το μαγαζί όντως ξαναφτιάχτηκε και όντως έγινε καλύτερο. Πέρασε τον τρίτο σκόπελο, αυτόν του κορονοϊού και ένα μεγάλο σοκ. Την απώλεια του Βασίλη, του ανθρώπου που το εμπνεύστηκε, το έτρεξε και δε δίστασε να δώσει ενεργό ρόλο στον γιο του, μια διαδικασία που δυσκολεύει τους περισσότερους επιχειρηματίες που έχουν μια δική τους φιλοσοφία για το πώς πρέπει να δουλεύει το δημιούργημά τους.

Ο «Βασίλης» φέτος κλείνει μισό αιώνα ζωής. Πενήντα χρόνια μετά, η Ζέφη εξακολουθεί να είναι στην κουζίνα και να ετοιμάζει ντολμαδάκια και ο Γιώργος με την Παναγιώτα είναι κάθε μέρα εκεί, έχοντας –όπως λένε– αγαπήσει κάθε στιγμή που πέρασαν μέσα στο μαγαζί.
Τα δύο από τα τρία τους παιδιά, η Ζαφείρα και ο Βασίλης έχουν τις δουλειές τους, αλλά τις Κυριακές πάντα βρίσκουν χρόνο να βοηθούν, ενώ ο νεότερος της παρέας, Μιχάλης, έχει αναλάβει ενεργό ρόλο.

«Μου θυμίζει την εποχή που έμπαινα εγώ στο μαγαζί και έκανα τις δικές μου, πρωτοποριακές για τον πατέρα μου προτάσεις, που όμως τις άκουγε και τις δεχόταν. Όπως για παράδειγμα το κοκορέτσι του Βασίλη που έγινε από τα αγαπημένα πιάτα των πελατών», λέει ο Γιώργος Ζούρος.

«Οι πελάτες είναι οι καλεσμένοι σου»

Και πράγματι, στην εξοχική ταβέρνα πάνω στη στροφή της Μαραθώνος, μπορείς σήμερα να φας πικάνια και κρεμαστά σουβλάκια. Ο Μιχάλης, ως τρίτη γενιά, αρχίζει να βάζει τη δική του σφραγίδα, ώστε «ο Βασίλης» να συνεχίσει να έχει γεμάτη τη σάλα των 700 ατόμων και οι ιδιοκτήτες να βλέπουν τους πελάτες να φεύγουν χαρούμενοι.

Οδηγός του Μιχάλη, μια συμβουλή που είχε δώσει ο παππούς στον πατέρα του, όταν εκείνος έκανε τα πρώτα βήματα.

«Τον πελάτη να τον βλέπεις πάντα ως καλεσμένο που θα του προσφέρεις ένα πιάτο φαΐ. Και πρέπει να το φάει και να το ευχαριστηθεί»…

Προηγούμενο άρθροΠοιος πολιτικός ήταν καλεσμένος στον ΣΚΑΪ και από λάθος πήγε στον ΑΝΤ1 (vid)
Επόμενο άρθροΠοτά «μπόμπες»: Πώς παρασκευάζονται και πώς να τα αναγνωρίσετε – Ειδικός εξηγεί