Συνέντευξη στον ΚΩΣΤΑ ΖΟΡΓΙΟ

Η 18η Ιουλίου είναι μια ημερομηνία-σταθμός για τη μουσική υπόσταση της Νέας Μάκρης, εξαιτίας της παρουσίας ενός παγκοσμίου φήμης πιανίστα, συνθέτη και μαέστρου στην περιοχή μας. Ο Βασίλης Τσαμπρόπουλος, ένας άνθρωπος που πριν την ηλικία των 10 ετών αξιολογήθηκε ως «φαινόμενο» και στην πορεία του χρόνου δικαιολόγησε και με το παραπάνω αυτόν τον χαρακτηρισμό, τιμά την πόλη μας με μια ιδιαίτερη συναυλία.

Κι είμαστε διπλά υπερήφανοι γιατί τιμά και την εφημερίδα μας αποδεχόμενος με χαρά την πρόσκλησή μας να μας μιλήσει για το πλούσιο έργο του, την πρώτη του γνωριμία με το πιάνο, τον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν και τη συνεργασία του με την ECM Records, εταιρεία-κολοσσό στη δισκογραφία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι πρόλογοι και τα πολλά λόγια περιττεύουν…

Αλήθεια, κύριε Τσαμπρόπουλε, γιατί πιάνο;

Δεν ξέρω γιατί διάλεξα, στην παιδική μου ηλικία, το πιάνο. Ξέρω πως με γοήτευσε, από τη στιγμή που το είδα να προβάλλει, με όλη τη ναρκισσιστική του μεγαλοπρέπεια στη σκηνή.
Οι γονείς μου, αν και καλλιεργημένοι άνθρωποι -ο πατέρας μου ήταν, εν πολλοίς, πεπαιδευμένος νους- δεν ήταν ιδιαιτέρως φιλόμουσοι, ούτε είχαν διδαχθεί τον τρόπο να αναγνωρίσουν ένα ταλέντο, μια ξεχωριστή περίπτωση παιδιού.

Δεν σκέφτηκαν ποτέ πως η ιδιαιτερότητα ενός ξεχωριστού παιδιού, θα μπορούσε να αποτελέσει, αφ’ εαυτής, ένα μέσο προβολής και καταξίωσης.

Αυτή η προφάνεια της ασυνήθιστης άγνοιάς τους ή η περίεργη αξιολογική ηθική τους μου χάρισε, άθελά τους, την ελεύθερη, αυτόνομη σχέση με τη μουσική και το πιάνο, χωρίς τον εξαναγκασμό της προβολής, ούτε τις αναμενόμενες εγωκεντρικές απαιτήσεις της αποδοχής του κοινού.

Δεν υπηρέτησα την εικόνα του εαυτού μου μέσα από την ιδέα της μουσικής, αλλά την ίδια την ιδέα της μουσικής μέσα από τον εαυτό μου.

Έτσι, μπορώ να ζω αγαπώντας βαθιά τη μουσική, χωρίς η μουσική να πρωταγωνιστεί, απαραίτητα, στη ζωή μου. Αυτή η παραδοχή, μου χαρίζει την αυθυπαρξία και την ελευθερία του πνεύματός μου, πέρα από τη δέσμευση της ιδιότητας και της εικόνας, που ούτως η άλλως, είναι προσωρινή και φευγαλέα.

Θα μπορούσε η ζωή σας να έχει διαφορετικό σενάριο;

Όλα έγιναν απλά, δίχως βία, μακριά από τυμπανοκρουσίες, τα γνωστά εντυπωσιακά αφιερώματα της εικόνας που «πουλάει». Την προβολή ενός ιδιοφυούς μικρού παιδιού με μεγάλο μουσικό μέλλον. Υπήρξα πραγματικό παιδί-θαύμα κερδίζοντας διεθνή βραβεία σε μικρή ηλικία, ώστε να δικαιολογηθεί επάξια η περιγραφή του όρου per se.

Όμως, πάντα το «κατόρθωμα» της μουσικής παρέμενε προκλητικά φυσιολογικό και φιλικό, στην όψη του, ώστε να φανεί ανοίκειο και ξεχωριστό, θαυμαστό και μακρινό από τη μέση αντίληψη, την κοινή κατανόηση των πολλών, της πραγματικότητας.

Από μικρό παιδί αγαπούσα ιδιαίτερα τη μουσική, τη γνώση και τον λόγο, τη λειτουργία της νόησης. Είχα αναλυτική σκέψη στη μουσική και αγάπη στη φιλοσοφία.

Η αγάπη αυτή, χρόνια αργότερα, ταυτόχρονα με τη μουσική μου σταδιοδρομία, με οδήγησε στην σπουδή της φιλοσοφίας, τη βαθιά προσωπική μελέτη της ηθικής, της μεταφυσικής, της κατανόησης του κόσμου και της γνωσιολογίας.

Όταν ζούσα στο Παρίσι, τελειοποιώντας την πιανιστική τέχνη, περνούσα τις μέρες μου στο κονσερβατόριο με τους μεγάλους κλασικούς συνθέτες, τους ήρωες μου. Τον Μπετόβεν, τον Σοπέν και στη Σορβόννη με το cogito του Ντεκάρτ, την ηθική του Σπινόζα και τον υπερβατολογικό ιδεαλισμό του Καντ. Αυτή η σύμμιξη ιδεών και μουσικής έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα μουσική μου εξέλιξη.

Παίζετε μουσική από πολύ μικρή ηλικία σε κορυφαίο επίπεδο. Όσο μεγαλώνατε προφανώς και οι απαιτήσεις τόσο από τον περίγυρο όσο και από τον ίδιο σας τον εαυτό προφανώς αυξάνονταν. Νιώσατε ποτέ τόση πίεση που να είστε έτοιμος να κάνετε προσωπική επανάσταση;

Δεν υπάρχει πίεση όταν ζεις με αυτό που αγαπάς, αν φυσικά η θεώρηση του «αντικειμένου» της αγάπης δεν αποτελεί μια μεγαλειώδη αυταπάτη, ηθελημένη, δηλαδή, προβολή μιας αδήριτης επιθυμίας, η οποία δεν αντιστοιχεί με τη φύση του ανθρώπου που ασφυκτιά να ενσαρκωθεί, να υποδουλωθεί στις επιθυμίες, να συνυπάρξει μαζί τους.

Όλα τα αρνητικά συναισθήματα γεννιούνται από την διαρκή στρέβλωση της ανθρώπινης φύσης, όταν εκείνη απομακρύνεται από τον προδιαγεγραμμένο σκοπό της ύπαρξής της.
Η αρμονική συνύπαρξη του ανθρώπου με το αντικείμενο της δημιουργίας αποτελεί το γνήσιο εφαλτήριο της αναζήτησης του απόλυτου, της λυτρωτικής ελευθερίας του πνεύματος, στον χώρο που εγγενώς ανήκει η ιδέα της τέχνης. Όλα τα δυσάρεστα συναισθήματα, τα πεπερασμένα, τα αρνητικά και τα ατελή γεγονότα, τα γεννούν πάντα οι άνθρωποι, με τη συνηθισμένη ιδιοτέλεια, ως «πάσχοντες».

Η μουσική εύκολα περιορίζεται στον κόσμο της πάσχουσας ύλης, της φθαρτής ιδιοτέλειας των επιθυμιών, της αυτοπροβολής, της μισαλλοδοξίας, του ατομοκεντρισμού και της εγωπάθειας.

Αντιθέτως, η αναζήτηση της αλήθειας και, προδήλως, ο κόσμος των ιδεών, των αιωνίων προτύπων, της δημιουργίας και του Δημιουργού, είναι η ζωή που ενεργεί, ο λόγος της ύπαρξής μας. Εκεί θεωρώ πως πρέπει να ζει η μουσική, σε αυτόν τον κόσμο να κατοικεί και να αναπαύεται.

Σολίστ, συνθέτης και εδώ και κάποια χρόνια μαέστρος. Αλήθεια ποιο από όλα είναι πιο απαιτητικό, ποιο είναι αυτό που σας μαγεύει περισσότερο και πόσο δύσκολο είναι να διευθύνετε ως μαέστρος μια συναυλία στην οποία επίσης παίζετε. Γιατί το έχετε κάνει…

Ο μουσικός πρέπει να είναι, κατά το δυνατόν, πλήρης και αυτόνομος μουσικά. Αυτό προϋποθέτει σοβαρή σπουδή και ανάλογο χαρακτήρα. Σπάνια η αρετολογική ταύτιση ισχύει. Αυτή η αρετή ήταν πάντα ο στόχος μου.

Η εικόνα, για παράδειγμα, του μουσικού του 18ου αιώνα, στην αίγλη της περιόδου του Κλασσικισμού και την απαρχή του Ρομαντισμού, μαρτυρά την εννοιολογική πληρότητα της μουσικής φύσης των μεγάλων συνθετών, η οποία δεν κρύβεται πίσω από τις σύγχρονες «εξειδικεύσεις» (ανεπάρκεια ταλέντου) των διαρκώς αυξανόμενων κατακερματισμένων όρων, όπως: συνθέτης, ενορχηστρωτής, εκτελεστής, μαέστρος, τραγουδοποιός κ.λπ.
Οι αξίες, καθετί που προκαλεί επιδοκιμασία και έπαινο δηλαδή, όριζαν μια τιμή αλήθειας που στις μέρες μας είναι σχεδόν ανύπαρκτη, χαμένη στον καλλιτεχνικό πραγματισμό και στον πολιτισμικό υλισμό που ζούμε.

Είμαστε παθητικοί παρατηρητές, άβουλοι σχολιαστές φαινομένων. Ο σύγχρονος άνθρωπος, ο «άχρονος» στη φύση του μουσικός, πρέπει να συγκροτεί έναν αυτόνομο δημιουργημένο κόσμο, να αυτοπαράγεται με συγκεκριμένο και καθορισμένο τρόπο μέσα από την απειρία των πεπερασμένων τρόπων που τον διακρίνουν ως δημιούργημα ενός «άλλου», ενός απείρου και αιώνιου Δημιουργού.

Έτσι ο μουσικός που μπορεί να αντέξει να «είναι», είναι μαέστρος, συνθέτης και εκτελεστής. Είναι πλήρης και αληθινός στην ύπαρξή του.

Έχετε αναλύσει σε παλαιότερη συνέντευξή σας το έργο των Μπετόβεν και Μότσαρτ και παρότι δηλώσατε ότι θαυμάζετε αμφότερους, ισχυριστήκατε ότι μετέχετε περισσότερο στο τσαλάκωμα και την πάλη της ψυχής του Μπετόβεν.

Τον Μπετόβεν τον αγαπώ και τον σέβομαι βαθιά για τον ανθρωπισμό και την ειλικρίνεια της μουσικής του πρόθεσης. Αγάπησε την ιδέα του Απόλυτου, τον αθάνατο ενσαρκωμένο ήρωα που αναζητούσε ως τον Μεσσία της προσωπικής του Αποκάλυψης. Θα του αφιέρωνε, ως πιστός ακόλουθος την ύπαρξή του, το έργο του, τις τσαλακωμένες χιλιοσβησμένες χειρόγραφες παρτιτούρες. Ταλαιπωρημένες από την ένταση, τον διαρκή πόνο, την βαθιά οδύνη της στέρησης της πολύτιμης ακοής του, που τον είχε οδηγήσει στη μισανθρωπία.

Μα, ο Μπετόβεν αγαπούσε τον άνθρωπο, την ιδανική του μορφή μάλλον. Η ηθική πραγματοκρατία του Μπετόβεν συνθέτει έναν υποκείμενο ήχο, στον υπερκείμενο κόσμο των ιδεών, την αιώνια, τη ζώσα ψυχή της πλατωνικής ιδέας. Εκεί, κατοικεί το αιώνιο πρότυπο των μορφών, αμετάβλητο και υπερβατικό στη σύλληψή του.

Καθετί, στην ένυλη πραγματικότητα του σπηλαίου, του αλυσοδεμένου στην εικασία ήρωα του Μπετόβεν, αποτελεί ένα αντίγραφο, μια σκιά, ένα απείκασμα της αιώνιας ιδέας της μουσικής, που ποτέ δε θα συναντούσε στη ζωή του. Κάτι που γνώριζε πολύ καλά. Μόνο η ανάμνηση της αγάπης της ψυχής του, τον κρατούσε ζωντανό. Αυτήν την ανάμνηση πρέπει να διακρίνουμε στη μουσική του.

Είναι ιδιαίτερη τιμή και μεγάλη αναγνώριση του έργου σας ότι σας επέλεξε η ECM Records…

Η ECM είναι μια δισκογραφική εταιρεία με ιστορία και σημαντικές ηχογραφήσεις σε ένα ευρύ φάσμα μουσικών ιδιωμάτων. Από το ρόστερ της εταιρείας πέρασαν, ειδικά τις πρώτες δεκαετίες της ζωής της, μεγάλοι καλλιτέχνες που θεμελίωσαν την ταυτότητα του ήχου της και την ποιοτική φήμη της. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αν δεν υπάρχουν οι καλλιτέχνες, με το ξεχωριστό τους έργο, καμία εταιρεία δε θα είχε λόγο ύπαρξης.

Τα τελευταία χρόνια, η πληθώρα των παραγωγών, το χαώδες διαδίκτυο και η «κακή» φύση των πρόχειρων ηχογραφήσεων, μέτριας έως πολύ κακής μουσικής, έχει καταποντίσει πολλές εταιρείες από την παλαιά καλλιτεχνική τους δόξα. Παρά ταύτα, είμαι υπερήφανος για τις ηχογραφήσεις μου, την πορεία και την συνεργασία μου με την ECM.

Ο Βασίλης Τσαμπρόπουλος στη Νέα Μάκρη