Γράφει η Κ.Σ.
Στο σχολείο όλα τα παιδιά μιλούσαν για ένα μεγάλο μαγαζί την Αθήνα με όμορφες βιτρίνες γεμάτες ρούχα και παιχνίδια… το «ΜΙΝΙΟΝ». Η μικρή Χριστιάννα, πρώτη χρονιά στο σχολείο – νηπιαγωγείο, ήξερε καλά αυτό το μεγάλο μαγαζί… Ήταν βλέπεις κόρη έμπορα με μαγαζί στο κέντρο της Αθήνας.
Ήταν μοναχοπαίδι και κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, η μαμά της και οι θείες της, την πήγαιναν στο κέντρο, από το προάστιο που ήταν το σπίτι της, για να ζήσουν όλη την ατμόσφαιρα των εορτών στην πόλη.
Στολισμένοι με λαμπιόνια δρόμοι, μαγαζιά γεμάτα παιχνίδια, ρούχα, παπούτσια, παντού γιορτινή ατμόσφαιρα… και κάπου-κάπου ένας Αϊ Βασίλης που καθόταν υπομονετικά να βγει φωτογραφίες με τα παιδάκια. Έκαναν τα ψώνια τους και κανείς δεν της χαλούσε χατίρι. Έτσι, όταν όλα τα παιδιά στο σχολείο μιλούσαν για το πότε θα έρθουν οι διακοπές των Χριστουγέννων να πάνε στην Αθήνα και ειδικά στο «ΜΙΝΙΟΝ», η Χριστιάννα είχε ήδη πολλές ιστορίες να τους διηγηθεί, άλλες αληθινές, άλλες παραμυθένιες που έπλαθε το παιδικό μυαλουδάκι της.
Βλέπεις, φέτος ήταν μια ιδιαίτερη χρονιά γι’ αυτήν. Πρώτη φορά σχολείο αλλά και μόλις της είχαν ανακοινώσει οι γονείς της ότι σε λίγο καιρό θα ερχόταν άλλο ένα παιδάκι στο σπίτι, το αδελφάκι της, που τώρα ήταν στην κοιλίτσα της μαμάς.
Αυτό την είχε αναστατώσει, δεν ήξερε αν ήθελε αδελφάκι, ένα μωρό μέσα στο σπίτι.
Αυτή είχε τις κούκλες της όποτε ήθελε, έπαιζε όποτε ήθελε, είχε τη μαμά της, τον μπαμπά της, τις θείες της, τα ξαδελφάκια της κάθε Σαββατοκύριακο…
Τι ήταν αυτό το μωρό τώρα; Κανείς γύρω δεν είχε μωρό, αυτή ήταν η πιο μικρή. Και θα ‘μενε στο σπίτι τους για πάντα; Αγοράκι ή κοριτσάκι;
Προτίμησε να μην το σκέφτεται συνέχεια… Χριστούγεννα ερχόντουσαν… στο σχολείο ετοίμαζαν γιορτή. Μεγάλη γιορτή… και έρχονταν και οι γονείς.
Έπρεπε να βάλει τα δυνατά της, να μάθει τα λόγια της για το σκετς που της έδωσε η δασκάλα, η δεσποινίς Ιωάννα. Να κάνει πρόβες με τα άλλα παιδιά. Να νιώσουν χαρά και περηφάνια οι δικοί της που θα την έβλεπαν στη γιορτή.
Ωστόσο, ήθελε και τις βόλτες της στο κέντρο -στην Αθήνα- να χωθεί μέσα σε όλον τον κόσμο που γέμιζε τους δρόμους, να δει τα πολλά αυτοκίνητα και εκείνα τα κίτρινα, τα πελώρια τα τρόλεϊ…. που τσουλούσαν μαγικά στον δρόμο.
Σχεδόν δεν κοιμόταν τις νύχτες, ξοδεύοντας τον χρόνο με το να σκέφτεται, να κάνει σχέδια πότε θα στολίσουν το δέντρο, πότε θα πάει με τη μαμά της για ψώνια στους στολισμένους δρόμους, πώς θα είναι η γιορτή στο σχολείο, τι θα γίνει με αυτό το μωρό στην κοιλιά της μαμάς….
Πολλά για την παιδική ψυχούλα της και το μυαλουδάκι ενός πεντάχρονου.
Όμως, η Χριστιάννα ήταν ένα τυχερό κοριτσάκι κι ας μην το ήξερε. Είχε δύο θείες, αδελφές της μαμάς της που τη λάτρευαν και ψυχανεμίζονταν όλες τις ανησυχίες της. Και μια θεία ακόμη, μόλις 20 χρονών, ξαδέλφη της μαμάς της που δεν της χαλούσε χατίρι. Τι τραγούδια, τι βόλτες, τι παραμύθια, όλα της τα μάθαινε η θεία Καίτη… Ήταν τόσο μικρή και όμορφη η θεία Καίτη, σαν άγγελος, που η Χριστιάννα ήθελε να κοιμάται μαζί της όποτε ήταν στο σπίτι τους.
Μύριζε, δε, πάντα τόσο όμορφα, σαν τριαντάφυλλο. Η μικρή Χριστιάννα την λάτρευε, την περίμενε πως και πως. Έτσι και αυτά τα Χριστούγεννα, οι θείες ανέλαβαν τον ρόλο τους. Οι δύο μεγάλες έραβαν τα ρούχα που θα φορούσε στη γιορτή του σχολείου και η μικρή θεία ξεκίνησε μαζί της τις βόλτες στη στολισμένη Αθήνα.
‘Ώρες ατελείωτες στην Αιόλου που ήταν γεμάτη πάγκους και κιόσκια με παιχνίδια. Σαν πανηγύρι… όλα απλωμένα, κούκλες, αρκουδάκια, κουρδιστά παιχνίδια, αυτοκινητάκια, βιβλία, παραμύθια, ρούχα… και Αϊ Βασίληδες, ολοζώντανοι που στέκονταν να φωτογραφίζονται με όποιον το ζητούσε, κυρίως παιδιά.
Αυτό στο μυαλουδάκι της Χριστιάννας ήταν εξωφρενικό. Ο Αϊ Βασίλης είναι ένας και ζει μακριά. Έρχεται με δώρα, και δεν τον βλέπουμε. Σκεφτόταν έτσι και ποτέ δεν πήγε να φωτογραφηθεί με κάποιον από αυτούς στον δρόμο.
Εντύπωση της έκανε που σε κάθε δρόμο υπήρχαν κάποια παιδάκια με λίγα ρούχα και ζητούσαν βοήθεια… Αυτό τη στενοχωρούσε και ένας κόμπος φρέναρε τη χαρά και την ξενοιασιά της.
Στο τέλος της βόλτας κατέληξαν στο «ΜΙΝΙΟΝ», αυτό το τόσο μεγάλο μαγαζί. Πολύς κόσμος και όλοι στριμώχνονταν στις πόρτες που άνοιγαν μόνες τους… και μέσα σκάλες που και αυτές έτρεχαν μόνες τους. «Κυλιόμενες» τις έλεγαν.
Ανέβαινες την πρώτη και σε πήγαινε πάνω στον άλλο όροφο. Και δίπλα άλλες που σε κατέβαζαν σαν τσουλήθρα.
Κατάληξη της φανταχτερής Χριστουγεννιάτικης βόλτας, το μαγαζί του μπαμπά.
Γεμάτο κόσμο και αυτό και στα παιδικά της μάτια φαινόταν κάτι μοναδικό. Ευτυχώς ο μπαμπάς της κατάφερνε να κλέψει λίγο χρόνο και γι αυτήν να πάνε μαζί στην Ομόνοια, εκεί στο σιντριβάνι και το μεγάλο δέντρο, να φάνε ζεστούς λουκουμάδες. Λίγος χρόνος με τον πατέρα, αλλά στην καρδιά της φαινόταν πολύς. Όλα όσα ζούσε αυτές τις ημέρες ήταν σαν παραμύθι.
Στο σχολείο όλα ήταν έτοιμα. Τα παιδιά και οι δάσκαλοι στόλιζαν και από κάτι στην τάξη τους, κολλούσαν αγγελάκια στα παράθυρα, κρεμούσαν μπάλες στο δέντρο και τα μεγαλύτερα είχαν αναλάβει να στολίσουν και τη σάλα όπου θα γινόταν η γιορτή.
Στο βάθος της μεγάλης αυτής αίθουσας έβαλαν μια εξέδρα και έστησαν μια μεγάλη φάτνη με άχυρα και γύρω-γύρω ζωάκια, πρόβατα, γουρουνάκια. Πάνω-πάνω στο ψηλότερο σημείο, ένα μεγάλο άστρο και μέσα μια κουβέρτα με τον μικρό Χριστούλη.
Η μέρα της γιορτής έφτασε… Παραμονή Χριστουγέννων.
Όλα ήταν έτοιμα και τα παιδάκια πήραν τις θέσεις τους μέσα στην φάτνη όπου ο καθένας είχε έναν ρόλο. Επτά παιδιά, ένα από κάθε τάξη. Ο βοσκός, ο Ιωσήφ, η Μαρία η μητέρα του Χριστού, οι τρείς Μάγοι και ένας αφηγητής.
Η μικρή Χριστιάννα ήταν ένας από τους μάγους που έφερε το λιβάνι. Μια όμορφη παράσταση που τους συγκίνησε όλους, και μικρούς και μεγάλους.
Η Χριστιάννα ήταν περήφανη που διάλεξαν αυτή από το νηπιαγωγείο για να εκπροσωπήσει την τάξη της. Της φαινόταν σπουδαίο αυτό και της έδωσε αυτοπεποίθηση και μεγάλη ευθύνη, αφού κατάφερε να είναι δίπλα στον μικρό Χριστούλη που γεννήθηκε σε έναν στάβλο. Μπορεί να τα κατάφερνε και με το μωρό που θα ερχόταν σε λίγο καιρό στο σπίτι τους. Ίσως τελικά να ήταν ωραία να έχουν μωρό.
Με χειροκροτήματα τελείωσε και η γιορτή που με τόση λαχτάρα περίμεναν όλοι, παιδιά, δάσκαλοι και γονείς.
Τρώγοντας γλυκά και δίνοντας ευχές θα άρχιζαν οι Χριστουγεννιάτικες διακοπές. Χριστούγεννα και όλοι στο σπίτι ξυπνούσαν πολύ πρωί. Η θεία πήγαινε πρώτη στην εκκλησία, πριν βγει ο ήλιος. Η Χριστιάννα με τον μπαμπά της φορούσαν τα πιο καλά τους ρούχα, αυτά που είχαν ετοιμάσει ειδικά για τα Χριστούγεννα και τα καινούργια τους παπούτσια και πήγαιναν αργότερα στην εκκλησία.
Μόνο η μαμά έμενε στο σπίτι να μαγειρέψει την υπέροχη γαλοπούλα κι ένα σωρό άλλα φαγητά. Όταν γύριζαν, από το δρόμο τον σπίτι μύριζε γιορτή…
Τι όμορφο σπίτι! Μονοκατοικία με φανταχτερό κήπο, πολλά δέντρα, ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, λαμπάκια στα παράθυρα, έναν μεγάλο Αϊ Βασίλης στην πόρτα και μέσα γεμάτο γλυκά, μελομακάρονα, κουραμπιέδες, δίπλες και σοκολατάκια. Όλα αυτά που για μέρες έφτιαχναν η μαμά και οι θείες.
Μια γλυκιά ζεστασιά γέμιζε την καρδιά της όταν έμπαινε στο σπίτι της…
Όλα ήταν τέλεια τα Χριστούγεννα… Όμως ένας κόμπος την έσφιγγε…
Κάτι της χαλούσε την απόλυτη χαρά…
Ήξερε… Ήταν η σκέψη σε εκείνα τα παιδάκια στον δρόμο με απλωμένο το χέρι για μια δραχμούλα, για ένα πενηνταράκι, αυτά τα παιδάκια που δεν είχαν όσα είχε αυτή.
Ήταν τόσο μικρή…. μόνο πέντε χρονών… τι θα μπορούσε να κάνει;
Λοιπόν, θα ζητούσε από τον Αϊ Βασίλη να τα φροντίσει… να μην φέρει σε αυτήν τίποτα, να δώσει σε εκείνα τα παιδιά ότι είχαν ανάγκη για να μην είναι πια στενοχωρημένα, να μην είναι μόνα στο δρόμο.
Κι αν γινόταν αυτό τότε θα πίστευε με όλη της την καρδιά ότι υπάρχει ο Αϊ Βασίλης…















































