
Γράφει η Αντιγόνη Θέου (Ψυχολόγος στο Κέντρο Ημέρας Ενηλίκων «Θάλπος»)
Πολλές φορές στην καθημερινότητα ακούμε διάφορες εκφράσεις με υποτιμητική διάθεση απέναντι σε άτομα που έχουν κάποιου είδους αναπηρία. Η υποτίμηση προς την αναπηρία –που τελικά οδηγεί στον αποκλεισμό– ξεκινά από την ίδια τη γλώσσα και δε μένει εκεί.
Συνεχίζεται με τις καθημερινές πράξεις, όπως η στάθμευση σε θέσεις αναπήρων ή το κλείσιμο ραμπών και τελικά φτάνει στην ίδια την πολιτεία που πολλές φορές δεν φροντίζει για την επίλυση των προβλημάτων αυτών. Μια ματιά στην περιοχή που ζούμε αρκεί για να αντιληφθούμε πόσο βαθιά προβληματικό είναι το να μην υπάρχουν οδηγοί όδευσης για τυφλούς και ράμπες αναπήρων παντού.
Το ερώτημα είναι «γιατί;». Γιατί κάποιοι άνθρωποι εξακολουθούν να βιώνουν τέτοιες συμπεριφορές; Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν τη στάση της κοινωνίας απέναντι στα άτομα με αναπηρία; Και τελικά πώς αλλάζουν τα στερεότυπα;
Σχετικά με το τελευταίο ερώτημα, βασιζόμενοι στην έρευνα των Wang et al. (2021), τα ευρήματα δείχνουν πως η προσωπική επαφή με άτομα με αναπηρία δύναται να ενισχύσει τη θετική στάση και να μειώσει τα στερεότυπα. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα συμπεράσματά τους, καλό είναι να αναφέρουμε ότι το σχολείο κι η οικογένεια μπορούν να φέρουν τα παιδιά σε επαφή με άτομα με αναπηρία με διάφορους τρόπους, ώστε να αποκτήσουν προσωπική εμπειρία με στόχο τη μείωση των στερεοτύπων. Το παράδειγμα για τα παιδιά είναι οι ενήλικες. Συνεπώς, η ίδια τους η στάση θα επιφέρει και τις ανάλογες συμπεριφορές.
Επιπλέον –σύμφωνα πάλι με τα ευρήματα της παραπάνω έρευνας– η ηλικία, το φύλο, το επίπεδο εκπαίδευσης και το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο μπορούν να επηρεάσουν τις αντιλήψεις των ανθρώπων.
Τέλος, η κοινωνία συχνά επηρεάζεται από τις μορφές αναπηρίας και, όπως επισημαίνεται στο άρθρο, οι σωματικές αναπηρίες συχνά αντιμετωπίζονται πιο θετικά.
Σχετικά με τα άλλα δύο ερωτήματα, –γιατί εξακολουθεί να υπάρχει ο αποκλεισμός και γιατί κάποιοι άνθρωποι υφίστανται τέτοιου είδους συμπεριφορές– το άρθρο της Teixeira-Machado (2025) επικεντρώνεται στο γεγονός ότι τα στερεότυπα έχουν βαθιές ρίζες στο παρελθόν.
Επιπλέον, τονίζεται ότι πολλές κοινωνικές δομές δεν είναι σχεδιασμένες για άτομα με αναπηρία. Επιπροσθέτως, οι πολιτικές ένταξης δεν εφαρμόζονται πλήρως στην καθημερινότητα. Έτσι, η ουσιαστική ένταξη επιτυγχάνεται μέσω της αλλαγής των κοινωνικών αντιλήψεων και των πολιτικών ένταξης κάθε χώρας.
Είναι ζήτημα ατομικής και συλλογικής ευθύνης η εξάλειψη οποιασδήποτε μορφής αποκλεισμού. Είναι αυτονόητο ότι κάθε περιοχή θα έπρεπε να είναι καθολικά προσβάσιμη. Το κράτος κι οι Δήμοι είναι υπεύθυνοι για να διαφυλάξουν τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων.
Απορίας άξιο, βέβαια, είναι το γεγονός ότι ακόμα και να έχει μεριμνήσει το κράτος ή ο Δήμος, πολλές φορές γίνεται κατάχρηση από άλλους ανθρώπους. Ο ωχαδερφισμός, το «έλα μωρέ, δεν έγινε κάτι αν παρκάρω δυο λεπτά στη θέση αναπήρων», είναι αντιλήψεις που απαιτούν την ατομική αλλαγή. Αυτή η ατομική αλλαγή είναι ευθύνη του καθενός και για να επέλθει η αντίστοιχη αλλαγή στην κοινωνία, θα πρέπει ο καθένας να αναλάβει τις δικές του ευθύνες.
Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι η αναπηρία δεν αποτελεί χαρακτηριστικό που αφορά μόνο μια μικρή ομάδα ανθρώπων. Στην πραγματικότητα, η αναπηρία είναι ένα ζήτημα που μπορεί να αγγίξει τον καθένα μας σε κάποια στιγμή της ζωής του, είτε προσωρινά είτε μόνιμα. Ένα ατύχημα ή μια ασθένεια μπορούν να αλλάξουν εντελώς τα δεδομένα. Παρ’ όλα αυτά, η κοινωνία συχνά αντιμετωπίζει την αναπηρία ως κάτι «μακρινό», κάτι που αφορά πάντα κάποιον άλλον. Αυτή η αντίληψη ενισχύει την αδιαφορία και επιτρέπει τη διατήρηση συμπεριφορών που αποκλείουν.
Όταν ένας άνθρωπος βιώνει επανειλημμένα τέτοιες στάσεις, ενδέχεται να αισθανθεί ότι δεν ανήκει πλήρως στην κοινωνία. Για τον λόγο αυτό, η ουσιαστική αλλαγή δεν περιορίζεται μόνο στη δημιουργία υποδομών, αλλά και στην καλλιέργεια μιας κουλτούρας σεβασμού και συμπερίληψης. Η εκπαίδευση, η ενημέρωση και κυρίως η καθημερινή επαφή θα συμβάλλουν στη μείωση των αρνητικών στάσεων. Μια κοινωνία που σέβεται την αναπηρία διασφαλίζει το αυτονόητο: ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν και να ζουν ισότιμα μέσα σε αυτήν.
Συμπερασματικά, ο αποκλεισμός δεν εκδηλώνεται μόνο μέσα από τις ελλείψεις –όπως η απουσία ραμπών ή προσβάσιμων υποδομών– αλλά και μέσα από τις καθημερινές στάσεις και συμπεριφορές. Τα στερεότυπα κι ο τρόπος αντιμετώπισης αποτελούν μορφές κοινωνικού αποκλεισμού που επηρεάζουν την αίσθηση ισότητας των ατόμων με αναπηρία.
Who is Who
Η Αντιγόνη Θέου είναι ψυχολόγος στο Κέντρο Ημέρας Ενηλίκων «Θάλπος» και εκπαιδευτικός. Σπούδασα στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης Αθηνών και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στην Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση, στην Εκπαιδευτική Ψυχολογία και στις Επιστήμες της Αγωγής. Ακολούθως, ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην Ψυχολογία στο Università degli Studi Guglielmo Marconi. Αυτήν την περίοδο εκπαιδεύεται στη Γνωστική Αναλυτική Ψυχοθεραπεία (CAT).
















































