Μια συγκλονιστική ανάρτηση, για την οποία κανένας πρόλογος δεν μπορεί να είναι αρκετός για να συνοδεύσει, έκανε η Σοφία – Αγγελική Χαμηλοθώρη για την επέτειο των 8 ετών από τη φωτιά στο Μάτι και τη μέρα που έχασε τον αδελφό της. Μέσα σε λίγες γραμμές, περιέγραψε τι σημαίνει για την ίδια κάθε 23η Ιουλίου από εκείνη τη Δευτέρα και έπειτα.
«Οκτώ χρόνια μετά και φέτος, δεν ήθελα να πολυμιλήσω ή ακόμα και να ποστάρω κάτι.
Μετά την επέτειο όμως, ένιωσα και συνειδητοποίησα ,πιο καθαρά από ποτέ, τι είναι αυτή η μέρα για μένα, ποιοι είναι αυτή η μέρα.
Αυτή τη μέρα, που δεν είναι πάντα ίδια, βλέπω τους νεκρούς μας, έναν προς έναν. Ανθρώπους που ποτέ δεν γνώρισα, τους έχω μπροστά μου, σαν να τους ήξερα από πάντα.
Βλέπω πρόσωπα γνώριμα, που ξέρω ότι θα είναι εκεί σχεδόν κάθε χρόνο, χωρίς να χρειάζεται να μου το πουν ή να το διαλαλήσουν.
Κάπου μέσα στον κόσμο θα βρίσκονται η Σμαράγδα και ο Δημήτρης, η Ιωάννα και η Κωνσταντίνα. Θα έρθουν αθόρυβα και, όταν συναντηθούμε, και μόνο αυτή τη μέρα, η Σμαράγδα θα βουρκώσει με το που θα με κοιτάξει.
Βλέπω τον Γιαροσλαβ. Διασχίζει ολόκληρες χώρες κάθε χρόνο για να έρθει εδώ, εδώ όπου έχασε το παιδί του.
Είδα τον Σάκη από τη Μάνδρα και τον Κωνσταντινίδη από τα Τέμπη. Και για πρώτη φορά, χωρίς κανείς να αισθανθεί την ανάγκη να το προβάλει, άνθρωποι από τρεις μεγάλες τραγωδίες βρεθήκαμε για λίγο στο ίδιο σημείο.
Είδα ανθρώπους να έρχονται για πρώτη φορά, που δεν είχαν τη δύναμη τα προηγούμενα χρόνια και τη βρήκαν τώρα.
Ανθρώπους που χαμηλώνουν το βλέμμα μπροστά μας γιατί ντρέπονται να μας πουν ότι επέζησαν. Σαν να αισθάνονται ότι πρέπει να απολογηθούν επειδή στάθηκαν τυχεροί.
Κι όμως, εκείνη τη μέρα θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε. Το δικό σου παιδί, ο αδελφός σου, ο γονιός σου, εσύ. Ήμασταν όλοι μια στιγμή μακριά.
Βλέπω τον πόνο να γίνεται διπλός, γιατί άνθρωποι που μέχρι πέρυσι ήταν μαζί μας, φέτος δεν είναι, πήγαν να συναντήσουν τους ανθρώπους που έχασαν τότε. Και φέτος αυτον τον πόνο τον είδα στα μάτια της Άντζελας.
Υπάρχουν πάντα τα παιδιά. Αυτά τα έντεκα παιδιά, που περιμένουν κάθε χρόνο τέτοια μέρα το μπαλόνι τους.
Στο τέλος βλέπω την Έλενα. Την “αθόρυβη” Έλενα. Οι περισσότεροι δεν ξέρουν πόσο δικά της είναι αυτά τα φαναράκια. Κάνοντας ένα βήμα πίσω, μας αφήνει όλους να αφήσουμε αυτό το μικρό φως να ταξιδέψει στη θάλασσα. Και μαζί του αφήνουμε κι ένα μικρό κομμάτι από το βάρος που κουβαλάμε όλο τον χρόνο.
Δεν ξέρω αν έχει συνειδητοποιήσει πόσο σημαντική είναι αυτή η μικρή λύτρωση που μας προσφέρει στο τέλος της μέρας.
Ναι, η επέτειος είναι κυρίως στη μνήμη των ανθρώπων που χάθηκαν. Όμως είναι και οι άνθρωποι που εξακολουθούν να έρχονται. Που στέκονται σιωπηλά. Που δακρύζουν. Που δημιουργούν χωρίς να ζητούν αναγνώριση.
Οι άνθρωποι που κουβαλούν ακόμα αυτή τη μέρα μέσα τους, ο καθένας με τον δικό του τρόπο,με το δικό του βίωμα.
Αυτοί είναι η επέτειος.
Για τους ανθρώπους μας που έφυγαν.
Και για τους ανθρώπους που έμειναν».














































