Τον είπαν ο Δράκος με το Πριόνι ή ο Νέος Τζακ Αντεροβγάλτης. Η ταυτότητά του έγραφε Αντώνιος Δαγκλής του Παναγιώτη και της Φωτεινής, επάγγελμα οδηγός φορτηγών, γεννημένος στη Νίκαια το 1974. Ήταν ο Serial Killer που αναστάτωσε την Ελλάδα εκεί στις αρχές της 10ετίας του ‘90.

Ο Δαγκλής εργάζονταν νυχτερινές ώρες. Έβγαινε στις πιάτσες του έρωτα, αναζητούσε ιερόδουλες, τις έβαζε στο κλειστό φορτηγάκι του – ένα λευκό Volkswagen – όπου είχε τοποθετήσει και στρώμα κρεβατιού! Όταν ολοκληρώνε τη σεξουαλική επαφή ή και πριν, στραγγάλιζε την άτυχη κοπέλα που θα τύχαινε να βρεθεί στο δρόμο του. Τρεις από τις ιερόδουλες τις στραγγάλισε και μετά, τις δύο από αυτές, τις κομμάτιασε με αλυσοπρίονο και σκόρπισε τα μέλη τους σε διάφορες περιοχές.

Κάποιες από τις κοπέλες γλίτωσαν από θαύμα, επειδή έχαναν τις αισθήσεις τους κατά την προσπάθειά του να τις πνίξει και ο ψυχοπαθής δολοφόνος νόμιζε ότι είχαν πεθάνει. Την ημέρα ο Δαγκλής εργαζόταν ως οδηγός σε φορτηγά, στην εταιρεία ΠΕΡΛΑ και τίποτα δεν έδειχνε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την προσωπική ζωή του. Όταν όμως έπεφτε η νύχτα μεταμορφωνόταν σε άγριο θηρίο.

Κατά τη σύλληψή του που έγινε μία μέρα σαν σήμερα στις 21 Ιανουαρίου του 1996 τον εξέτασαν δύο ψυχίατροι. Τους είχε πει: «Κάτι έχω. Δεν μπορεί να είμαι καλά. Δεν θυμάμαι ούτε τις σκηνές του στραγγαλισμού. Ήμουν θολωμένος. Όταν τύχαινε να ακούσω στην τηλεόραση κάτι για πτώματα που βρέθηκαν, το άκουγα σαν είδηση που δεν με αφορούσε. Τη μάνα μου την αγαπούσα, όμως ποτέ δεν της συγχώρεσα που δούλευε σε ύποπτα μπαρ και σε δουλειές που δεν ήταν ηθικές. Όταν την είχα δει να κάνει έρωτα με έναν άντρα μου ήρθε την πνίξω»! Δεν έπνιξε τη μάνα του, όμως έπνιξε τρεις αθώες γυναίκες και στο τραγικό φινάλε της όλης ιστορίας και τον εαυτό του…

Πρώτος φόνος στα 18 του

Την πρώτη του δολοφονία, ο Δαγκλής, τη διέπραξε σε ηλικία 18 χρονών, όπως ο ίδιος ομολόγησε. Θύμα του ήταν μία ιερόδουλος, κατά πάσα πιθανότητα αλλοδαπή,τα στοιχεία της οποίας ποτέ δεν έγιναν γνωστά. Οι αστυνομικοί προσπάθησαν να βρουν άκρη με τα δακτυλικά της αποτυπώματα αλλά δεν τα κατάφεραν.

Τον Οκτώβριο του 1995 στην εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας κοντά στα διόδια της Τραγάνας, εντοπίζεται το πτώμα της 29χρονης ιερόδουλης, Ελένης Παναγιωτοπούλου. Η κατάσταση που βρίσκεται το σώμα της άτυχης γυναίκας ταράζει τους αστυνομικούς. Ο δολοφόνος αφού τη σκότωσε, τις έβγαλε τα σπλάχνα, τις έκοψε τις θηλές και την τεμάχισε. Η ιατροδικαστική εξέταση έδειξε πως ο θάνατός της είχε προέλθει από στραγγαλισμό. Η στυγερή υπόθεση δολοφονίας έγινε πρώτο θέμα στα κεντρικά δελτία ειδήσεων, και οι αστυνομικές αρχές άρχισαν ανθρωποκυνηγητό σε όλη την Ελλάδα, για να συλλάβουν τον δράστη.

Η δεύτερη δολοφονία προκαλεί συναγερμό

Στις 25 Δεκεμβρίου του 1995 όταν περαστικοί εντοπίζουν ένα νεκρό γυναικείο σώμα σ’ ένα αδιέξοδο στενό της οδού Ορφέως στον Βοτανικό σημαίνει συναγερμός στην Αστυνομία. Ο δολοφόνος έχει ξαναχτυπήσει. Το θύμα είναι και πάλι γυναίκα· βρίσκεται ημίγυμνη, ενώ δίπλα της είναι πεταμένα τα ρούχα και η τσάντα με τα προσωπικά της αντικείμενα. Η εξακρίβωση γίνεται μετά κάποιες ώρες. Το πτώμα της νεαρής κοπέλας ανήκει στην Αθηνά Λαζάρου, που εργάζεται ως ιερόδουλη στην Αθήνα.

Το φθινόπωρο του 1995, στις πιάτσες των ιερόδουλων στην Αθήνα αρχίζει να επικρατεί τρόμος. Σε διάστημα δύο μηνών, συνολικά οκτώ γυναίκες δέχονται επίθεση από άνδρα, που εμφανίζεται ως πελάτης. Κάποιες από αυτές πηγαίνουν στο αστυνομικό τμήμα για να καταγγείλουν ότι και εκείνες είχαν δεχθεί επίθεση τους προηγούμενους μήνες από άντρα που κυκλοφορούσε στην Αθήνα με ένα άσπρο βανάκι. Οι καταγγέλλουσες συμφωνούν: Οδηγεί ένα λευκό φορτηγάκι και όταν τις απομονώνει, προσπαθεί να τις στραγγαλίσει και να τις ληστέψει.

Τα στοιχεία που έχει στην κατοχή της η αστυνομία γεμίζουν φακέλους. Οι ιερόδουλες περιγράφουν με κάθε λεπτομέρεια τα χαρακτηριστικά του δράστη. Όλες αναφέρονται σ’ έναν νεαρό άνδρα με μελαχρινά σγουρά μαλλιά και καφέ μάτια. Οι αστυνομικοί τους δείχνουν φωτογραφίες σεσημασμένων και, ανάμεσα τους, εντοπίζουν και αναγνωρίζουν τον ένοχο.

Τον συνέλαβαν την ώρα της συναλλαγής

Ο ύποπτος τίθεται άμεσα σε διακριτική παρακολούθηση και τελικά συλλαμβάνεται στις 21 Ιανουαρίου του 1996 στη Λεωφόρο Ποσειδώνος, τη στιγμή που μιλούσε σε μια ιερόδουλη. Οι αστυνομικοί σκέφτονται να τον ακολουθήσουν μέχρι να τον συλλάβουν επ’ αυτοφώρω την ώρα της επίθεσης, αλλά φοβούμενοι πως θα χάσουν τα ίχνη του, αποφασίζουν να τον προσαγάγουν άμεσα στο τμήμα.

Στο εσωτερικό του βαν βρίσκουν ένα στρώμα από αφρολέξ και ένα κουτί με εργαλεία. Μέσα σ’ αυτό υπάρχει και ένας σταυρός, που αποδεικνύεται ότι ανήκει στην Ελένη Παναγιωτοπούλου. Ο δολοφόνος των ιερόδουλων είναι πια στα χέρια της αστυνομίας.
Τα υπόλοιπα εξελίσσονται με ταχύτητα: Ο Δαγκλής ομολογεί τα εγκλήματα. Λέει ότι σκότωσε ακόμη μια γυναίκα, εκείνη που είχε βρεθεί στον Καρέα το φθινόπωρο του 1992. «Πρέπει να την έλεγαν Καίτη και μάλλον ήταν ξένη», καταθέτει.

«Δεν έχει το ακαταλόγιστο»

Η δίκη του κατά συρροή δολοφόνου των ελληνικών 90s, έγινε τον Ιανουάριο του 1997. Οι δικηγόροι του Δαγκλή προσπάθησαν να πείσουν την Έδρα πως ήταν ψυχοπαθής, όμως οι ψυχίατροι δεν το επιβεβαίωσαν. «Μου περιέγραψε τις τρεις ανθρωποκτονίες, απαντούσε ευθέως και ήταν συνεργάσιμος. Δεν τον είδα ιδιαίτερα συντετριμμένο. Πρόκειται για σεξουαλική διαστροφή και από νομικής άποψης αυτό δεν υπάγεται στις διαταραχές των πνευματικών λειτουργιών. Δεν έχει το ακαταλόγιστο», κατέθεσε ψυχίατρος.

Στην αίθουσα του δικαστηρίου ζωντάνεψε όλη η φρίκη αφού εξετάστηκαν παρ’ ολίγον θύματα του Δαγκλή, που είχαν γλιτώσει από θαύμα. Περιέγραψαν τα όσα είχαν ζήσει μέσα στο φορτηγάκι του δράστη ενώ κατά τη διάρκεια της κατάθεσης της, μία από τις μάρτυρες λιποθύμησε.

Η μητέρα του Δαγκλή, Φωτεινή, είχε καταθέσει ότι με το σύζυγό της δεν είχε καλές σχέσεις και ότι με τα παιδιά της βιώνουν άσχημες καταστάσεις: « Ο σύζυγός μου με χτυπούσε, με έβριζε και χτυπούσε και τα παιδιά που από μωρά ζούσαν αυτά τα πράγματα. Ο Αντώνης ήταν 13 χρόνων όταν πέθανε ο πατέρας του. Δεν τελείωσε το δημοτικό. Η παιδική του ηλικία ήταν στερημένη από αγάπη».

Σε κάποια φάση της ακροαματικής διαδικασίας ο Αντώνης Δαγκλής σηκώθηκε και είπε ότι δεν ήθελε να συνεχίσει η μητέρα του. Εκείνη λιποθύμησε και διακομίστηκε στο νοσοκομείο.

«Εγώ τις σκότωσα», αλλα…

Στην αγόρευσή του ο εισαγγελέας, ήταν κατηγορηματικός: «Ο Δαγκλής είναι ο δράστης. Είναι, όμως, υγιής; Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι δεν είναι ψυχοπαθής. Δεν του αρμόζει κανένα ελαφρυντικό».

Στην απολογία του ο δολοφόνος παραδέχτηκε τα εγκλήματά του και τα απέδωσε στο ότι δεν ήταν καλά: «Έκανα λάθη κι έχω μετανιώσει. Πήγαινα να κάνω μία σεξουαλική επαφή και γινόταν το αντίθετο. Ίσως αυτό που είχα δει με τη μητέρα μου… Να ξέσπαγα σε αυτές τις γυναίκες. Στην αρχή της διαδικασίας είπα για ανθρωποκτονία… Δεν ήμουν καλά. Αυτή τη στιγμή δεν τα θυμάμαι. Ομολογώ τις πράξεις μου, ήμουν εκτός εαυτού.

Τεμάχισα το πτώμα μάλλον από μίσος. Ενεργούσα τυφλά. Πολλά δεν τα καταλάβαινα Είχα πάει και σε οίκους ανοχής και προσπάθησα να στραγγαλίσω γυναίκες. Τις μισούσα και έπαιρνα εκδίκηση πάνω τους για τη μητέρα μου. Εξακολουθούν να της μισώ. Άκουγα φωνές. Στον ύπνο μου άκουγα φωνές. Από τότε που ήμουν φαντάρος είχα πάθει κρίση δύο φορές. Με πήγαν στο νοσοκομείο. Επιτέθηκα το 1992 και πάντα είχα επιθετικότητα.

Με τη μνηστή μου έκανα έρωτα κι είχα κάνει και μία επίθεση και σε αυτήν. Πήγα να την πνίξω αλλά την τελευταία στιγμή συγκρατήθηκα. Τη μητέρα μου την αγαπάω. Την έχω συγχωρήσει. Τη συγχώρησα τώρα, που είναι στη φυλακή. Δεν θυμάμαι τις γυναίκες, μου έρχονταν ξαφνικά θόλωνα. Πήγαινα στον Ολυμπιακό, στα γήπεδα. Είχα εκδηλώσεις έξω από τα όρια τσακωμούς κλπ. Εγώ τις σκότωσα. Δεν ξέρω πως νιώθω τώρα»…

…την επομένη το πήρε πίσω!

Κι ενώ στην απολογία του είχε πει όλα τα παραπάνω και ακόμα περισσότερα, στην επόμενη συνεδρίαση του δικαστηρίου ζήτησε το λόγο και είπε προς έκπληξή όλων: «Αναιρώ ό,τι είπα στην απολογία μου. Δεν κατάλαβα τι είπα, ήμουν υπό την επήρεια ψυχοφαρμάκων. Δεν δέχομαι καμία κατηγορία. Μόνο τον ένα φόνο της Αθήνας Λ. έκανα και όσα είπα στην αρχή. Δεν κατάλαβα τι είπα στην απολογία μου. Τα έμαθα από τα κανάλια και τις εφημερίδες». Παρ’ όλα αυτά το δικαστήριο είχε καταλήξει· έπειτα από ακροαματική διαδικασία πέντε ημερών εξέδωσε την απόφασή του, σύμφωνα με την οποία ο Αντώνης Δαγκλής καταδικάστηκε 13 φορές σε ισόβια κάθειρξη και σε πρόσκαιρη κάθειρξη 52 χρόνων και 9 μηνών για τρεις ανθρωποκτονίες από πρόθεση, έξι απόπειρες ανθρωποκτονίας, 10 ληστείες με πρόθεση και με την επιβαρυντική περίπτωση της ιδιαίτερης σκληρότητας την παράνομη οπλοφορία και την προσβολή μνήμης τεθνεώτος.Λίγο πριν επιστρέψει στη φυλακή, ρωτήθηκε από δημοσιογράφους αν καταλαβαίνει τι σημαίνει 13 φορές ισόβια και απάντησε: «Ναι, μία φορά ισόβια».

Στο κελί 33 το τέλος

Ο Δαγκλής ξαναγύρισε στη φυλακή ωστόσο η συμπεριφορά του ήταν περίεργη, σύμφωνα με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους. Είχε κάνει απόπειρες αυτοκτονίας αλλά τον πρόλαβαν τελευταία στιγμή. Το Σάββατο 2 Αυγούστου 1997 ξημερώματα, ο φύλακας του Ψυχιατρικού Καταστήματος των Δικαστικών Φυλακών Κορυδαλλού πήγε για έλεγχο στο κελί 33 και βρήκε τον Αντώνη Δαγκλή νεκρό, απαγχονισμένο με σεντόνι από τα κάγκελα του κελιού. Ο ιατροδικαστής αποφάνθηκε ότι επρόκειτο για καθαρή αυτοκτονία.

Στον ίδιο θάλαμο ήταν κρεμασμένος ακόμα ένας κρατούμενος, ο Γιώργος Μακρίδης 28 χρονών που εξέτιε ποινή επταετούς κάθειρξης για απόπειρα ανθρωποκτονίας σωματικές βλάβες οπλοφορία και οπλοχρησία. Θεωρήθηκε περίεργο το γεγονός ότι και οι δύο βρέθηκαν απαγχονισμένοι στο ίδιο κελί. Πιθανολογήθηκε ότι το είχαν συναποφασίσει και εκεί μέσα στο κελί 33 το ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού γράφτηκε το τραγικό τέλος σε μία οδυνηρή ιστορία…