Δεν πέρασαν παρά μερικά δευτερόλεπτα από τη στιγμή που έφαγε δύο λουκούμια, και η άτυχη γυναίκα έπεσε στο πάτωμα με σπασμούς. Το στόμα της πνιγόταν μέσα στους αφρούς, και ίσα ίσα που μπορούσε να διακρίνει κανείς τα λόγια της.

«Βοήθεια, πνίγομαι. Σώστε με», φέρεται να φώναζε, σύμφωνα τουλάχιστον με τον σύζυγό της που ήταν μπροστά. Σύμφωνα δηλαδή, με τον ίδιο άνθρωπο που τη δηλητηρίασε.

Το καλοκαίρι του 1960, ένας αγρότης από το Ξηροχώρι της Ζαχάρως, αποφάσισε να βγάλει απ’ τη μέση τη σύζυγό του. Όπως θα γράψουν οι εφημερίδες της εποχής, δεν άντεχε άλλο τη ζωή του παντρεμένου.

Πολύ συχνά, προφασιζόμενος ψυχολογικά προβλήματα, εξαφανιζόταν για μέρες από το σπίτι του χωρίς ποτέ να της λέει που πάει, και βέβαια αυτό ήταν το λιγότερο. Τη χτυπούσε σκληρά, την εξευτέλιζε μπροστά σε όλους, και ήταν γενικώς βίαιος μαζί της με κάθε αφορμή. Και όταν πια εκείνη του είπε ότι έμεινε έγκυος, αποφάσισε να ξεμπερδεύει μία και καλή μαζί της.

Λίγες ημέρες αφότου έμαθε ότι θα γίνει πατέρας, πήγε στη Ζαχάρω και επέστρεψε στο σπίτι του με μπόλικη ποσότητα παραθείου στην κατοχή του. Επέστρεψε, και περίμενε πότε θα μείνει μόνος του με τη σύζυγό του, πράγμα όχι και τόσο εύκολο. Στο ίδιο σπίτι έμεναν τα αδέρφια και ο πατέρας του.

Δηλητηρίασε την έγκυο γυναίκα του με παραθείο για να μην τον καταγγείλει  για βιασμό. Πώς τον παγίδευσαν οι αστυνομικοί με ένα "τρυκ" και τον έκαναν  να ομολογήσει - ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Ωστόσο, το ίδιο βράδυ θα στεκόταν «τυχερός». Οι υπόλοιποι θα έφευγαν -εκτός απ’ την αδερφή του- και μόλις θα έμενε μόνος με τη γυναίκα του, δεν θα έχανε καθόλου χρόνο. Θα γέμιζε τρία λουκούμια με το δηλητήριο, αφήνοντας μέσα στο ίδιο κουτί και μερικά απείραχτα προκειμένου να μπορέσει να εφαρμόσει το σχέδιο του.

Το ίδιο βράδυ της τα πρόσφερε και προκειμένου να την πείσει να φάει, προσποιήθηκε τον ασυνήθιστα τρυφερό μαζί της. Η ανυποψίαστη γυναίκα, έκανε το μοιραίο λάθος να τον εμπιστευτεί. Ειδικά από τη στιγμή που έφαγε κι εκείνος μπροστά της δύο, απ’ αυτά που βέβαια ήταν καθαρά, δεν είχε λόγο να πιστέψει ότι κινδύνευε η ζωή της. Μέσα όμως σε λίγα δευτερόλεπτα, η άτυχη γυναίκα θα έπεφτε στο πάτωμα μέσα σε τρομερούς πόνους, καθώς το παραθείο είχε αρχίσει να καίει κυριολεκτικά το στομάχι της.

Η αδερφή του συζυγοκτόνου, η οποία βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο, εισέβαλε στον χώρο και τη βρήκε σε τραγική κατάσταση. Εκείνος, δήθεν ξαφνιασμένος, έφυγε για να πάει να βρει γιατρό. Όμως ήταν ήδη πολύ αργά. Μέχρι να έρθει ο γιατρός στο σπίτι, η σύζυγός του ήταν ήδη νεκρή.

Η αστυνομία υποπτεύθηκε απ’ την πρώτη στιγμή τον άντρα. Όταν έφτασε στο χωριό κι άρχισε να τον ρωτά τι συνέβη, είδε ότι εκείνος δεν είχε ξεκάθαρες απαντήσεις. Έπεφτε συνεχώς σε αντιφάσεις, κι έτσι σκέφτηκαν να τον «παγιδέψουν» με ένα τέχνασμα. Μέσα στο κουτί με τα λουκούμια που το είχαν ήδη αδειάσει χωρίς να το γνωρίζει, έβαλαν ένα λουκούμι που το είχαν καλύψει με καφέ.

Όσο εκείνος συνέχιζε να αρνείται το ότι διέπραξε -άγνωστο πως- το έγκλημα, εκείνοι τον έσπρωχναν προς την παγίδα τους. Κάποια στιγμή του ζήτησαν -ή μάλλον τον διέταξαν με τις γνωστές πρακτικές της αστυνομίας της εποχής- να φάει το μοναδικό λουκούμι που είχε απομείνει μέσα στο κουτί. Κι εκείνος, θεωρώντας ότι είναι ένα από τα δηλητηριασμένα που ξέμειναν, γονάτισε και άρχισε να φωνάζει, κλαίγοντας:

«Όχι, όχι, δεν θα το φάω. Θα πεθάνω κι εγώ από το παραθείο». Ομολόγησε τη γυναικοκτονία και συνελήφθη. Η έκπληξη όμως θα ερχόταν αργότερα και από μία ακόμη σύλληψη, εκείνης της αδερφής του. Όπως αποδείχτηκε, γνώριζε τα πάντα για το προμελετημένο έγκλημα.

Στο δικαστήριο, τα παρακάλια του, και η επιμονή του ότι είχε ψυχολογικά προβλήματα, γι’ αυτό τα έκανε όλα, δεν θα πείσουν κανέναν.