Στα τέλη του 1986 ο Μπράιαν Άντριους δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από γείτονα του. «Πρέπει να έρθεις αμέσως. Οι κόρες σου έφυγαν τρομοκρατημένες από το σπίτι γιατί βρήκαν μηνύματα στους τοίχους γραμμένα με αίμα». Ο Άντριους είχε αμφιβολίες για το αν πράγματι συμβαίνει κάτι τέτοιο αλλά πήγε αμέσως στο σπίτι. Μπαίνοντας σε ένα υπνοδωμάτιο βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα απίστευτο θέαμα.

Ένας νεαρός, ο οποίος είχε φορέσει ρούχα της συζύγου του Άντριους, κρατούσε ένα τσεκούρι και τον απειλούσε. Όπως αποδείχθηκε για μήνες κυκλοφορούσε μέσα στους τοίχους του σπιτιού. Έναν χρόνο μετά ο νεαρός θα έμπαινε σε ένα άλλο σπίτι και αυτή τη φορά θα σκότωνε τρία άτομα. Αυτή είναι η ιστορία του Ντάνιελ ΛαΠλάντ η οποία θυμίζει αστικό μύθο και κινηματογραφικό σενάριο.

Η γνωριμία με την Άνι

Η 16χρονη τότε Άνι Άντριους, κόρη του Μπράιαν, θα αποκαλύψει ότι μια μέρα έλαβε ένα τηλεφώνημα από ένα αγόρι που της συστήθηκε ως Ντάνι. Της είπε ότι είναι φίλος φίλου και της ζήτησε να συναντηθούν. Αφού μίλησαν πολλές φορές στο τηλέφωνό η Άνι δέχθηκε να βρεθούν.

«Μου είχε πει ότι είναι ψηλός, αθλητικός και ξανθός. Δεν είχε όμως καμία σχέση η εξωτερική του εμφάνιση. Παρ’ όλα αυτά δεν έφυγα και πήγαμε για ένα παγωτό» θα πει η Άνι για την πρώτη της γνωριμία με τον 16χρονο Ντάνι ΛαΠλάντ.

Όταν του είπε ότι είχε χάσει τη μητέρα της, λίγους μήνες πριν, από καρκίνο ο ΛαΠλάντ άρχισε να κάνει περίεργες ερωτήσεις και η Άνι αποφάσισε να φύγει μετά από μια περίπου ώρα. Δεν του μίλησε ξανά στο τηλέφωνο και θεώρησε πως η υπόθεση είχε κλείσει και δεν θα τον έβλεπε πάλι.

Ο… επισκέπτης

Ένα βράδυ η Άνι και η αδελφή της Τζέσικα αποφάσισαν να καλέσουν το πνεύμα της μητέρας τους. Πήγαν στον υπόγειο και έκαναν μια σεάνς. Όταν επέστρεψαν στο υπνοδωμάτιο τους χτυπήματα ακούγονταν μέσα από τους τοίχους. Αρχικά θεώρησαν ότι είναι μήνυμα από τη νεκρή μητέρα τους αλλά όσο οι ήχοι συνεχίζονταν τρόμαξαν.

Οι ήχοι συνεχίστηκαν για πολλές μέρες και ακούγονταν τόσο την ημέρα όσο και τη νύχτα. Αντικείμενα εξαφανίζονταν και τα έβρισκαν μετά από αρκετό διάστημα σε άλλες θέσεις. Μια μέρα τα κορίτσια επέστρεψαν από το σχολείο και τα έπιπλα στο δωμάτιο τους είχαν μετακινηθεί. Είχαν πλέον πειστεί ότι το σπίτι είναι στοιχειωμένο.

Ο πατέρας τους θεωρούσε ότι όλα είναι αποκύημα της φαντασίας τους και αποτέλεσμα της θλίψης για τον θάνατο της μητέρας τους. Δεν υπήρξε μάρτυρας κανενός περίεργου φαινομένου. Ο… επισκέπτης είχε στοχοποιήσει τα κορίτσια.

Μηνύματα στον τοίχο

Μια μέρα, που ήταν μόνες τους στο σπίτι, δυνατοί ήχοι ακούστηκαν από το υπόγειο. Κατέβηκαν προσεκτικά και βρήκαν στον τοίχο γραμμένο ένα μήνυμα με κάτι που έμοιαζε με αίμα. «Είμαι στο δωμάτιο σας, ελάτε να με βρείτε» έγραφε το μήνυμα.

Τα κορίτσια έφυγαν πανικόβλητές από το σπίτι και ενημέρωσαν τον πατέρα τους. Αυτός επέστρεψε και κατέβηκε στο υπόγειο. Είδε το μήνυμα και διαπίστωσε ότι ήταν γραμμένο με κέτσαπ. Θεώρησε ότι είναι μια προσπάθεια των κοριτσιών να τραβήξουν την προσοχή του.

Λίγες μέρες μετά ένα ακόμα μήνυμα εμφανίστηκε, αυτή τη φορά στον τοίχο του υπνοδωματίου της Άνι και της Τζέσικα. «Επέστρεψα, βρείτε με αν μπορείτε» ανέφερε. Τα κορίτσια έφυγαν και πάλι από το σπίτι και ειδοποίησαν τον πατέρα τους. Αυτή τη φορά θα βρισκόταν αντιμέτωπος με τον… επισκέπτη.

Όταν μπήκε στο σπίτι είδε στον τοίχο κοντά της σκάλες το μήνυμα «Παντρέψου με». Ανέβηκε στον πρώτο όροφο και μπήκε στον υπνοδωμάτιο των κοριτσιών.

Ο Ντάνι ΛαΠλάντ τον περίμενε κρατώντας ένας τσεκούρι. Φορούσε μέικ-απ, ξανθιά περούκα και ρούχα της συζύγου του Άντριους. Ακολούθησε συμπλοκή και ο ΛαΠλάντ κατάφερε να δραπετεύσει. Όταν έφτασε η αστυνομία ο νεαρός είχε εξαφανιστεί. Ένας από τους αστυνομικούς όμως εντόπισε έναν κενό στο πίσω μέρος της ντουλάπας που βρισκόταν στο δωμάτιο των κοριτσιών. Αφού τράβηξαν την ντουλάπα βρήκαν κρυμμένο τον ΛαΠλάντ σε έναν χώρο μέσο στον τοίχο.

Η έρευνα έδειξε ότι για εβδομάδες ο νεαρός κρυβόταν μέσα στους τοίχους του σπιτιού (ο παλιός τρόπος οικοδόμησης μονοκατοικιών στις ΗΠΑ δίνει αυτή τη δυνατότητα) και μάλιστα είχε ανοίξει μικρές τρύπες για να παρακολουθεί την οικογένεια. Καθώς ήταν ακόμα 16 ετών πέρασε λίγους μήνες σε αναμορφωτήριο και τον Οκτώβριο του 1987 αποφυλακίστηκε.

Ο ΛαΠλάντ γεννήθηκε τον Μάιο του 1970 στην μικρή πόλη Τάουνσεντ της Μασαχουσέτης (όπου έμενε και η οικογένεια Άντριους). Πέρασε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια. Κακοποιήθηκε ποικιλοτρόπως από τον πατέρα του ενώ τον κακοποίησε σεξουαλικά ακόμα και ο ψυχίατρος στον οποίο τον έστειλαν για να τον βοηθήσει. Όσοι τον γνώριζαν μίλησαν για ένα παιδί «περίεργο και τρομακτικό» που έκανε μικροκλοπές και του άρεσε να μπαίνει σε σπίτια. Οι αρχές έχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι, πριν τα γεγονότα με τους Άντριους, είχε κάνει κάτι ανάλογο και σε άλλες περιπτώσεις. Τον Δεκέμβριο του 1987 όμως ξεπέρασε κάθε όριο..

Το τριπλό έγκλημα

Όταν ο Άντριου Γκούσταφσον επέστρεψε στο σπίτι του το απόγευμα της 1ης Δεκεμβρίου 1987 βρέθηκε μπροστά σε ένα αποτρόπαιο θέαμα. Η σύζυγος του Πρισίλα (η οποία ήταν έγκυος) και τα δύο τους παιδιά, η 7χρονη Άμπιγκειλ και ο 5χρονος Γουίλιαμ είχαν δολοφονηθεί. Η 33χρονη δασκάλα είχε δεχθεί σεξουαλική επίθεση και την είχαν πυροβολήσει δύο φορές ενώ τα παιδιά τα είχαν πνίξει στην μπανιέρα.

Η έρευνα έδειξε ότι ο ΛαΠλαντ μπήκε στο σπίτι κρατώντας ένα πιστόλι και βρήκε την Πρισίλα και τον Γουίλιαμ. Έκλεισε το παιδί σε ένα δωμάτιο και στη συνέχεια χτύπησε, βίασε και εκτέλεσε την 33χρονη με δύο σφαίρες στο κεφάλι. Τον Γουίλιαμ τον δολοφόνησε πνίγοντας τον στην μπανιέρα του μπάνιου στον πρώτο όροφο. Κάποια στιγμή επέστρεψε στο σπίτι από το σχολείο η Άμπιγκελ. Την έπνιξε στη μπανιέρα του μπάνιου που βρισκόταν στο ισόγειο.

Από την πρώτη στιγμή η αστυνομία είχε στη λίστα των υπόπτων το όνομα του Ντάνι ΛαΠλαντ. Στις 2 Δεκεμβρίου ο νεαρός εντοπίστηκε σε μια βιβλιοθήκη. Αρνήθηκε κάθε εμπλοκή στο έγκλημα. Το απόγευμα της ίδιας μέρας η αστυνομία πήγε στο σπίτι του για έρευνα. Όταν τους είδε άρχισε να τρέχει στο κοντινό δάσος. Στο σπίτι βρέθηκε το όπλο, αντικείμενα που είχαν κλαπεί από τους Γκούσταφσον, τα παπούτσια που φορούσε ο ΛαΠλαντ κατά τη διάρκεια του εγκλήματος και πολλά άλλα στοιχεία. Δεν υπήρχε πλέον καμία αμφιβολία για την ενοχή του.

Ακολούθησε ανθρωποκυνηγητό. Ο ΛαΠλαντ απήγαγε για λίγο μια γυναίκαι και την ανάγκασε να τον μεταφέρει. Τελικά την έβγαλε από το αυτοκίνητο και συνέχισε μόνος του. Εντοπίστηκε στις 3 Δεκεμβρίου μέσα σε έναν σκουπιδοτενεκέ και συνελήφθη.

Ελπίζει σε αποφυλάκιση

Η δική ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1988 και ο ΛαΠλαντ δήλωσε αθώος. Τα στοιχεία όμως ήταν συντριπτικά και καταδικάστηκε σε τρεις φορές ισόβια. Μέσα στα επόμενα χρόνια ο ΛαΠλάντ επιχείρησε να αποφυλακιστεί. Το 1993 κατέθεσε έφεση υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε ένταλμα έρευνας για το σπίτι του (όπου βρέθηκαν τα ενοχοποιητικά στοιχεία). Το 2000 ζήτησε να αλλάξει φυλακή καθώς δεχόταν απειλές από συγκρατουμένους του. Το αίτημα του έγινε δεκτό. Επανήλθε στο φως της δημοσιότητας όταν το 2013 υποστήριξε ότι δεν του επιτρέπουν να εκπληρώσει τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Είχε πλέον ασπαστεί τον παγανισμό (Γουίκα) και απαιτούσε να έχει διάφορα τελετουργικά έλαια.

Το 2017, στα 46 του πλέον, ζήτησε μείωση της ποινή του. Κατά την ακροαματική διαδικασία απολογήθηκε για πρώτη φορά για τους φόνους των Γκούσταφσον. «Δεν έχω λέξεις για να εκφράσω τη βαθιά μου θλίψη. Λυπάμαι όμως ειλικρινά για το κακό που προκάλεσα. Από τα έγκατα της ψυχής μου λυπάμαι» τόνισε.

Το δικαστήριο έκρινε ότι η μεταμέλεια του ΛαΠλάντ δεν ήταν ειλικρινής και παραμένει επικίνδυνος. Η μορφή της ποινής όμως άλλαξε και πλέον έχει τη δυνατότητα να ζητήσει αποφυλάκιση με αναστολή το 2032, όταν πλέον θα έχει συμπληρώσει 45 χρόνια εγκλεισμού.

Ο Άντριου Γκούσταφσον ρωτήθηκε το 2007 αν θα μπορέσει ποτέ να συγχωρέσει τον ΛαΠλάντ. «Όσο δρόμο και αν έχω κάνει δεν νομίζω ότι έχω φτάσει στο σημείο να το αντιμετωπίσω. Έχω πολλά μίλια ακόμα να διανύσω σε αυτό το ταξίδι. Δεν ξέρω αν θα καταφέρω ποτέ να τον συγχωρήσω» τόνισε. Ο Γκούσταφσον πέθανε τον Μάιο του 2014 από καρκίνο. Ήταν 60 ετών.

ΠΗΓΗjanus.gr
Προηγούμενο άρθροΈρχεται καύσωνας μιας εβδομάδας μετά τον Δεκαπενταύγουστο
Επόμενο άρθροΑυτή ήταν η πρώτη ταβέρνα στην Αθήνα – Πότε και πού άνοιξε