Γράφει η Κυριακή Ι. Χαρδαλούμπα

Η Ελισάβετ ήταν ένα κορίτσι της σημερινής νέας γενιάς, όπως τα περισσότερα της ηλικίας της. Νέα, χαρούμενη, ευγενική, ευπροσήγορη και ιδιαίτερα όμορφη.

Αφιέρωσε τα περισσότερα χρόνια της τόσο σύντομης ζωής της στις σπουδές. Ακολουθώντας το όνειρο και αναζητώντας μια θέση στον Ήλιο, διάλεξε να σπουδάσει φαρμακευτική, όπως παλαιότερα ο πατέρας της.

Είχε ενσωματώσει όλες τις ηθικές αξίες και αρχές που της είχαν διδάξει οι καθ’ όλα αξιόλογοι γονείς της και προσέβλεπε, όπως όλοι οι νέοι άνθρωποι, σε ένα λαμπρό μέλλον. Όμως, η μοίρα και η κακή της τύχη, της έπαιξαν άσχημα παιχνίδια, κόντρα στα όνειρά της.
Όταν θέλησε να συνεχίσει τη λειτουργία του από 35ετίας ιδρυθέντος φαρμακείου της οικογένειάς της, οι Αρχές, ή όπως αλλιώς ονομάζουν τους κατά καιρούς καρεκλοκένταυρους της Κεντρικής Διοίκησης, της το αρνήθηκαν.

Της στέρησαν το δικαίωμα στο όνειρο, στην αξιοπρεπή διαβίωση και στην εκτέλεση του επιστημονικού της καθήκοντος, που τόσο αγαπούσε. Η απογοήτευση αρχικά ήταν μεγάλη. Όμως, εκείνη σαν νέος άνθρωπος, σκέφτηκε να πραγματοποιήσει μια καινοτόμα ιδέα που την είχε εμπνεύσει. Ήταν ιδιαίτερα χαρούμενη που θα έκανε μια καινούργια αρχή!

Ώσπου ήρθε η μοιραία Δευτέρα της 23ης Ιουλίου… Αυτό το παιδί, όπως και τόσα άλλα που χάθηκαν στις φλόγες της επίγειας κόλασης, είχε την ατυχία να κατοικεί στον οικισμό του Νέου Βουτζά.

Κι άλλες φορές στο παρελθόν είχε κινδυνεύσει η ζωή και η περιουσία της ίδιας και της οικογένειάς της, όμως χάρη στην έγκαιρη και αποτελεσματική αρωγή της Κρατικής Μηχανής, τα κατάφερναν επιτυχώς.

Η μοιραία εκείνη Δευτέρα απέβη καταστροφική για την ίδια, καθώς και για τη μητέρα της, που ήταν στήριγμα και φάρος για τα δύο της παιδιά. Απέβη μοιραία για δεκάδες συνανθρώπους μας που χάθηκαν άδικα, επειδή είχαν την ατυχία να κατοικούν στις πληγείσες από την καταστροφική φωτιά περιοχές του δήμου μας.

Οι αδηφάγες φλόγες τύλιξαν το αυτοκίνητό της, στην προσπάθειά της να ξεφύγουν από την πύρινη λαίλαπα. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να προκληθούν σοβαρότατα εγκαύματα τόσο στην ίδια όσο και στη μητέρα της. Καθώς, όπως γνωρίζετε, και σε δεκάδες άλλους συνανθρώπους μας που νοσηλεύονται ακόμα στα νοσοκομεία της πρωτεύουσας.

Η Ελισάβετ πάλεψε. Πενήντα ημέρες πάλεψε γενναία με τον ίδιο τον θάνατο. Όμως, δεν ήταν άλλο από ένα παιδί. Ένα αθώο πλάσμα στα χέρια του αρπαχτικού και αδηφάγου Άδη. Δεν άντεξε τις συνεχείς επεμβάσεις και παρεμβάσεις στο τρυφερό και νεανικό κορμάκι της.
Και «έφυγε». Πέταξε μακριά από αυτήν την άδικη, κακή και διώκουσα κοινωνία. Μια κοινωνία, μια χώρα, μια πατρίδα που όχι μόνο χρόνια τώρα διώχνει τα παιδιά της μακριά, αλλά τα καίει και ζωντανά!

Τι μέλλον έχει ένας τόπος που διώχνει και καίει τα παιδιά του; Το μέλλον του, τη συνέχειά του..; Τα συμπεράσματα τα αφήνω σε σας.

Υ.Γ.: Είμαι πολύ χαρούμενη και περήφανη που είχα την τύχη να είναι ανιψούλα μου, και συνάμα πολύ θλιμμένη για την απώλειά της, καθώς και τόσων άλλων συνανθρώπων μας, που έφυγαν άδικα και με φρικτό τρόπο. Αβοήθητοι και πικραμένοι από την έλλειψη βασικών μέτρων ανάσχεσης και από την ολιγωρία των Αρχών…