Γράφει ο ΚΩΣΤΑΣ ΖΟΡΓΙΟΣ

Μία από τις πιο προβληματικές «τελευταίες θέσεις» που καταλαμβάνει η Ελλάδα σε ευρωπαϊκό επίπεδο αφορά στον σημαντικότερο τομέα της ζωής. Την υγεία. Με μόλις 4,2 δότες ανά ένα εκατομμύριο κατοίκους (σ.σ. ποσοστά 2017), αυτό που εύχεσαι -εκτός όλων των προφανών λόγων- είναι να μην χρειαστείς ποτέ μεταμόσχευση καρδιάς. Όχι ότι τα στατιστικά για δωρεές άλλων οργάνων είναι πιο ενθαρρυντικά…

Όσο κι αν θα εξακολουθεί να φαντάζει μικρό και ασήμαντο, αν αυτό το 4,2 διπλασιαστεί ή ακόμα καλύτερα, οι δότες φτάσουν τους 10 ανά εκατομμύριο, η αλλαγή δεδομένων για τους πάσχοντες από προβλήματα καρδιάς και τους έχοντες ανάγκη για μόσχευμα θα είναι αδιανόητη. Διότι διαβάστε τι μπορεί να συμβεί από τη μεγαλοψυχία, την ψυχραιμία και την ασύλληπτη δύναμη ψυχής ενός πατέρα.

Από το γήπεδο στην Εντατική, μια μεγάλη περιπέτεια

1989. Στα 29 του χρόνια, ο κ. Δημήτρης Μαγγίνας έσφυζε από ενέργεια. Ανήσυχο πνεύμα στην καθημερινότητά του, ακούραστος κι αθλητής, καθώς έγραφε χιλιόμετρα στο γήπεδο παίζοντας στη Δ’ Εθνική με την Τριγλία Ραφήνας. Το ιδανικό πακέτο για να νιώθει δυνατός και ασφαλής από πλευράς υγείας. Μύθος… Ποιος μπορεί να νιώθει ασφαλής όταν πρόκειται για ζητήματα μπροστά στα οποία είμαστε αδύναμοι να παρέμβουμε…;

Σε ένα ταξίδι στα Χανιά, για παιχνίδι με τον Πλατανιά, αισθάνθηκε αδιαθεσία, η οποία την ώρα της προθέρμανσης έγινε πολύ έντονη. Το ίδιο και λίγες μέρες μετά την επιστροφή. Νοσοκομείο, από το πουθενά εντατική γιατί η κατάσταση ήταν σοβαρή, και… έμφραγμα. «Έφυγε» για τρία ολόκληρα λεπτά. Το πνεύμα του εγκατέλειψε το σώμα και βίωσε μια επιθανάτια εμπειρία.

«Όπως πολλοί άλλοι έχουν περιγράψει, έβλεπα από ψηλά τον εαυτό μου και τους γιατρούς να έχουν πέσει πάνω μου και να παλεύουν. Ήταν η πιο όμορφη, μαγική και γαλήνια στιγμή στη ζωή μου. Μια στιγμή που δεν ήθελα να τελειώσει».

Ευτυχώς για τον κ. Μαγγίνα, τελείωσε. Επέστρεψε, αλλά όφειλε στον εαυτό του να αρχίσει να προσέχει. Ακολούθησε αντίθετο δρόμο. Συνέχισε να κάνει τη ζωή του με όλες τις μικρές ευχάριστες καταχρήσεις, όπως για παράδειγμα τα τσιγάρα και το ποτό. Ήταν τυχερός. Έζησε όπως ήθελε για 20 ολόκληρα χρόνια. Η τύχη όμως κάποτε στερεύει…

Σε ηλικία 47 ετών πια, το καλοκαίρι του 2007 νιώθει και πάλι δυσφορία. Υποβάλλεται σε επέμβαση μπάι πας και για τρεις μήνες όλα κυλούν ομάδα. Δεν έχει την παραμικρή ιδέα ότι η μία από τις δύο κοιλίες που λειτουργούν την καρδιά έχει… τερματίσει.

Φτάνουμε στο σημείο που ο κ. Μαγγίνας γίνεται αυτός που περιμένει τον έναν στους 250.000 πολίτες που έχει μεταφέρει στους οικείους του ότι θέλει να γίνει δωρητής αν του συμβεί κάτι. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά πρέπει αυτός ο ένας, να είναι και συμβατός δότης.
Μέχρι να έρθει η στιγμή της λύτρωσης, εφοπλίζεται με το γνωστό βαλιτσάκι. Ελπίζει όχι για πολύ αν και «το τελευταίο που περιμένει κάποιος που θέλει μόσχευμα, είναι να πεθάνει κάποιος άλλος. Το λέω με απόλυτη ειλικρίνεια».

«Εκεί που πέθανε ο Νικόλας, γεννήθηκα εγώ»

Πέρασε 25 μήνες παρέα με το βαλιτσάκι. Είχε γίνει η καθημερινότητα και συγχρόνως η σωτηρία του. Το τηλέφωνο, όμως, χτύπησε και έφτασε η ώρα για την πρώτη δοκιμή.
«Επρόκειτο για μια καρδιά ανθρώπου που “έσβησε” στον Ευαγγελισμό. Δεν ήταν όμως συμβατή και η διαδικασία σταμάτησε». Λίγες μέρες μετά, στις 10 Ιουλίου του 2010, ξαναπερνά την πόρτα του Ωνασείου, αυτή τη φορά έτοιμος για τη μεγάλη επέμβαση.
«Όταν ξύπνησα, από τα πρώτα πράγματα που έκανα ήταν να τραγουδήσω. Και θυμάμαι έλεγα το “Έβαλε ο Θεός σημάδι παλικάρι απ’ τα Σφακιά” του Ξυλούρη, αλλά έκανα λάθος και το ‘χα μετατρέψει σε “παλικάρι απ’ τα Χανιά”».

Πέρασε καιρός για να μάθει ο κ. Δημήτρης ποιος ήταν ο δότης. Σύμφωνα με τον νόμο, το νοσοκομείο απαγορεύεται να δώσει στοιχεία είτε στην οικογένεια του δότη είτε στον λήπτη κι εναπόκειται στην ιδιωτική πρωτοβουλία το αν θα γίνει ποτέ γνωριμία.

«Όταν έμαθα, ανατρίχιασα. Η καρδιά που χτυπούσε μέσα μου ήταν του Νικόλα, ενός “παλικαριού” από τα Χανιά, ηλικίας 28 ετών, που σκοτώθηκε σε τροχαίο».

Πόσο τυχαίο ότι ο Νικόλας ζούσε στα Χανιά, ήταν φίλαθλος του Πλατανιά κι έμενε δέκα λεπτά από το γήπεδο. Από εκεί δηλαδή που ξεκίνησαν όλα για τον κ. Μαγγίνα…;

«Η στιγμή που σοκαρίστηκα περισσότερο από ποτέ ήταν όταν μου έδειξαν μια φωτογραφία από το τροχαίο. Σκεφτόμουν ότι εκεί που πέθανε ο Νικόλας, γεννήθηκα εγώ. Οι γονείς και τα αδέλφια του Νικόλα είναι πλέον οικογένειά μου. Έχουμε συνεχώς επαφή διά ζώσης, κατεβαίνω Κρήτη και τους βλέπω. Είμαστε πολλοί αυτοί που χρωστάμε κυρίως στον πατέρα του, που χωρίς την παραμικρή γνώση για τις δωρεές, άκουσε τη συμβουλή ενός συγγενή και χωρίς να το πολυσκεφτεί, αποφάσισε να δώσει ζωή από τον θάνατο του παιδιού του».

Κι επανερχόμαστε… Η μεγαλοψυχία του πατέρα του Νικόλα έσωσε συνολικά επτά ανθρώπους. Ένας άνθρωπος πέθανε, αλλά τα όργανά του παρέμειναν ζωντανά και λειτουργούν σε επτά διαφορετικά σώματα. Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, πόση διαφορά θα κάνει η αύξηση του ποσοστού των δωρητών…

Η δράση του Πανελλήνιου Συλλόγου Μεταμοσχευμένων Καρδιάς-Πνεύμονα «ΣυνεχίΖΩ»

Όπως είναι φυσικό, η εμπειρία που βίωσε ο κ. Μαγγίνας τον ευαισθητοποίησε. Κι αυτή την ευαισθησία δεν την άφησε να περιοριστεί σε λόγια, αλλά την έκανε πράξη. Επί σειρά ετών είναι ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Συλλόγου Μεταμοσχευμένων Καρδιάς-Πνεύμονα «ΣυνεχίΖΩ», που έχει ως στόχο την ενημέρωση των πολιτών σχετικά με τις μεταμοσχεύσεις.
Να σπάσει, μέσω ημερίδων, εκδηλώσεων, κοινωνικών μηνυμάτων, ταμπού όπως «φοβάμαι να γίνω δωρητής γιατί μπορεί να με δολοφονήσουν για τα όργανά μου», που δεν έχουν την παραμικρή βάση, γιατί για να γίνει κάτι τέτοιο, θα πρέπει να δώσουν τη συγκατάθεσή τους, μια σειρά από γιατροί και νοσοκομεία (τουλάχιστον…).

«Στην Ελλάδα είμαστε εν δυνάμει όλοι δωρητές οργάνων. Για να γίνει όμως η λήψη θα πρέπει να πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις. Κατ’ αρχάς, ο δότης θα πρέπει να έχει καταλήξει μέσα σε ΜΕΘ νοσοκομείου. Και επιπλέον, ακόμα κι αν είναι εν δυνάμει δότης, για να προχωρήσει η διαδικασία θα πρέπει να δώσει γραπτή συγκατάθεση η οικογένειά του. Κάτι που σπανίως συμβαίνει για διάφορους λόγους. Ένας είναι η ανεπαρκής ενημέρωση, ένας δεύτερος η δυσκολία να προσεγγίσεις έναν συγγενή θύματος και να του μιλήσεις για κάτι τέτοιο την πιο δύσκολη στιγμή στη ζωή του. Αυτό, λοιπόν, που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να δημιουργήσουμε ένα τέτοιο πλαίσιο ενημέρωσης που οι πολίτες θα γνωρίζουν από πριν πόσο σημαντικό είναι να εκφράσουν εγκαίρως την επιθυμία να γίνουν δωρητές και όχι η δωρεά να στηρίζεται στο καθαρό μυαλό και τη μεγαλοψυχία ενός συγγενή που βιώνει αφόρητο πόνο».

Το εξώφυλλο της Marathon Press για το τεύχος Οκτωβρίου ήταν αφιερωμένο στη δωρεά οργάνων.

Αν δεν μπήκατε σε διαδικασία σκέψης με όλα τα παραπάνω, αναλογιστεί το εξής:
Πόσο εγωιστικό και άδικο είναι να μην μπαίνετε στον κόπο να σκεφτείτε τους άλλους δηλώνοντας σε συγγενείς σας την επιθυμία να δωρίσετε όργανα αν κάτι σας συμβεί, αλλά, την ίδια ώρα, να περιμένετε όργανα άλλων αν η κακιά στιγμή σάς φέρει στην ανάγκη της μεταμόσχευσης…;

«Ήθελα να σώσω το παιδί μου»

Η πλευρά του λήπτη έχει πολλές δυσκολίες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν συγκρίνεται με την πλευρά του δότη και συγκεκριμένα με τους οικείους του δότη που καλούνται να λάβουν μια απόφαση εν μέσω θρήνου και άρνησης.

Η κα Μαρία Δουμουλιάκα, από τη Νέα Μάκρη, βρέθηκε σε αυτή τη δύσκολη θέση το 2008, όταν στα 26 του χρόνια, ο γιος της, Βαγγέλης, έχασε τη ζωή του σε τροχαίο με μηχανή.
«Άκουγα γύρω μου ανθρώπους να συζητούν για το συγκεκριμένο θέμα και δεν με συγκινούσε καν η κουβέντα. Μου φαινόταν κάτι που δεν με αφορούσε.

Μέχρι εκείνη τη μέρα που έχασα το παιδί μου… Θα είμαι ειλικρινής, δεν έγινα ξαφνικά ο καλός κι ευαίσθητος άνθρωπος που το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν να σώσει άλλους. Αυτό ήρθε πολύ αργότερα. Η αρχική μου, άμεση μάλιστα, σκέψη ήταν με κάποιον τρόπο να σώσω τον Βαγγέλη. Και δεν υπήρχε άλλος τρόπος από το να χτυπά κάπου η καρδιά του και να γνωρίζω ότι δεν έχει φύγει μακριά. Και πιστέψτε με, από αυτή μου τη σκέψη προέκυψαν πολλά καλά. Κι εγώ νιώθω καλύτερα, ότι όντως ο Βαγγέλης είναι ακόμα κοντά μου και πόσοι άνθρωποι βοηθήθηκαν, καθώς μεταμοσχεύθηκαν εκτός από την καρδιά του, τα μάτια, τα νεφρά, η σπλήνα και δερματικός ιστός.

Ήταν για μένα ιδιαίτερη η στιγμή που γνώρισα τον λήπτη της καρδιάς. Και επίσης ιδιαίτερη όταν έμαθα ότι μόλις έναν χρόνο μετά τη μεταμόσχευση, πέθανε γιατί δεν πρόσεχε».