Γράφει η Καίτη Γάτου

Του άρεσε να κάθεται σ’ αυτό το παγκάκι απέναντι από το σούπερ-μάρκετ. Παραμονή Χριστουγέννων απόψε. Κόσμος έμπαινε κι έβγαινε με γεμάτες σακούλες. Πολύχρωμα λαμπιόνια αναβόσβηναν, το χριστουγεννιάτικο δέντρο στην είσοδο και απ’ έξω ένας επαίτης με απλωμένο το χέρι.

Σκέφτηκε να κάνει κι αυτός το ίδιο. Δεν ήθελε όμως. Δεν του άρεσε το απλωμένο χέρι κι ο οίκτος των συνανθρώπων του.

Ζέστανε με την αναπνοή του τα παγωμένα του δάκτυλα.

Ο κόσμος συνέχισε να μπαινοβγαίνει στο φωταγωγημένο κατάστημα. Τα ψώνια βέβαια ήταν λιγότερα φέτος κι οι πελάτες βγαίνοντας, μετρούσαν τα ρέστα τους και τα έβαζαν προσεκτικά στην τσέπη τους. Ελάχιστοι τού έριχναν μια αδιάφορη ματιά, έμπαιναν στα παρκαρισμένα αυτοκίνητά τους κι έφευγαν.

Θυμήθηκε τα χαρούμενα περσινά Χριστούγεννα! Τη μάνα του… Ζούσαν μαζί. Εκείνη με τη σύνταξη του συγχωρεμένου του άντρα της κι αυτός με τον μισθό από το λογιστήριο της εταιρείας που δούλευε. Τον καμάρωνε… Ήταν εργατικός, αξιοπρεπής.

Θυμήθηκε την κοπέλα του και τις όμορφες στιγμές τους.

Και ξαφνικά όλα άλλαξαν…

Η μάνα έφυγε από τη ζωή, η εταιρεία έκλεισε, έμεινε άνεργος, ντράπηκε τον ιδιοκτήτη του σπιτιού για τα απλήρωτα νοίκια κι έμεινε στον δρόμο. Ως και η κοπέλα του τον εγκατέλειψε…

Φαγητό στην εκκλησία, παγωνιά, μοναξιά, δουλειά πουθενά, απελπισία…

Χθες, στον σταθμό του Ηλεκτρικού κοίταζε επίμονα τις ράγες… Μήπως εκείνη ήταν η λύση; Όχι, ήθελε να το παλέψει. Έτσι θα του ‘λεγε η μάνα του.

Μετά, εκείνο το πορτοφόλι στη μισάνοιχτη τσάντα της ηλικιωμένης στο λεωφορείο… Όχι βέβαια… «Μάνα, να ‘ρθω μαζί σου;»

Τον ξύπνησαν φωνές. Κάποιοι με κουκούλες έβγαιναν τρέχοντας από το σούπερ-μάρκετ, κρατώντας γεμάτες σακούλες.

– Έλα, φίλε, πάρε κι εσύ. Κάναμε ντου και τους τα πήραμε. Πάρε… δικά σου…
– Δικά μου, όχι. Δεν μου ανήκουν.

Σηκώθηκε απ’ το παγκάκι και τράβηξε προς τη μεγάλη λεωφόρο. Πού θα κοιμόταν απόψε; Σ’ εκείνη τη στοά μάλλον θα κούρνιαζε, όπως και χθες.

«Έλα μαζί μας, φίλε. Βαποράκι, λεφτά…»

Τα φρένα του αυτοκινήτου τον συνέφεραν. «Πού πας, άνθρωπέ μου;», του φώναξε ο οδηγός. Γύρισε το βλέμμα του και τον κοίταξε. Ήθελε να του ζητήσει συγγνώμη. Κάτι του θύμισε η μορφή του, κάτι από το ανέμελο παρελθόν.

Κι ο άλλος, όμως, τον κοίταζε επίμονα. Και θυμήθηκαν κι οι δύο: το διπλανό θρανίο, την πενθήμερη εκδρομή, τα όνειρα…

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Νέα ζωή, νέα δουλειά στην επιχείρηση του φίλου, νέα όνειρα…
«Μάνα, συνέχισε να καμαρώνεις για μένα…»