Γράφει ο ΚΩΣΤΑΣ ΖΟΡΓΙΟΣ

Κάνοντας δύο δουλειές, έχοντας τόση ενέργεια μέσα του και με δεδομένη την ευφυΐα του, ο Γιώργος ήταν η επιτομή του ανθρώπου που έλεγες «όσο επιρρεπής κι αν είναι, δεν υπάρχει περίπτωση να την πατήσει». Πιθανότατα κάπως έτσι σκεφτόταν και ο ίδιος, λεπτομέρεια που αποτελεί τη μεγαλύτερη παγίδα σε αυτές τις περιπτώσεις. Η κατρακύλα ξεκινούσε και κανείς δεν φανταζόταν πόσο δύσκολο θα ήταν να σταματήσει. Είμαστε κάπου στο 2002…

Η πρέζα δεν χαρίζεται και πιστέψτε τον Γιώργο «οι πανέξυπνοι που την πάτησαν είναι πολλοί περισσότεροι από ό,τι νομίζεις, γιατί η άτιμη σε κάνει να νιώθεις βασιλιάς». Ήταν η πρώτη φορά που άθελά μου, έγινα μέρος ενός προβλήματος, το οποίο δεν ζούσα καθημερινά. Παρόλα αυτά, με έτρωγε καθημερινά…

Βρέθηκα δίπλα του για να βοηθήσω. Αρχικά νόμιζα πως το έκανα, αλλά στην πραγματικότητα δεν πρόσφερα κάτι περισσότερο πέρα από την ώθηση που αποζητούσε ο Γιώργος για να κάνει δύο, τρία και περισσότερα βήματα προς τα πίσω. Να χάσει κάθε μέτρο και όριο, να ξεχάσει αρχές και παιδεία που πήρε -και με το παραπάνω- από το σπίτι του, να φτάσει στον πάτο και λίγο παρακάτω.

Δε δίστασε να με βάλει σε κίνδυνο γιατί είχα αυτοκίνητο και μπορούσα να τον πάω να ψωνίσει πρέζα. Δε δίστασε να με χρησιμοποιήσει για να κλέψει το μπαρ στο οποίο εργαζόταν λέγοντάς μου «πάρε μια μπύρα, δώσε μου πέντε ευρώ και θα σου δώσω ρέστα από 50ρικο». Κι όταν του είπα «θέλω να σε βοηθήσω, πάμε να κλειστούμε σ’ ένα σπίτι όσο χρειαστεί», μου απάντησε αφοπλιστικά μα απροσδόκητα ειλικρινά: «Σε αγαπώ και το εκτιμώ. Αλλά θα έρθει η στιγμή που θα σε βαρέσω, θα σου πάρω τα κλειδιά και τα χρήματα και θα φύγω».

Καλοκαίρι 2011: «Κώστα, φεύγω. Πηγαίνω Γερμανία». Απόφαση-σταθμός, δείγμα του ότι ήθελε πραγματικά να ξεφύγει. Έχοντας βγάλει το πρόγραμμα αποτοξίνωσης, βάζοντας τον εαυτό του σε τέτοια θέση που ανεχόταν να ζητά άδεια για να κατουρήσει και να καπνίσει μέσα στο «σπίτι», ήξερε ότι αν έμενε στα μέρη του, δεν θα τον άφηναν σε ησυχία. Και κάποια μέρα, θα ξανακυλούσε.

Πέρασαν επτά χρόνια. Άνοιξε το δικό του μαγαζί, δούλεψε σαν σκύλος και ανταμείφθηκε, έκανε οικογένεια και ζει σε μια επαρχιακή πόλη με τη γυναίκα και τα τρία τους παιδάκια. Είχε το θάρρος (που λείπει από πολλούς) να κλείσει το μαγαζί (μια σίγουρη δουλειά) και να γίνει υπάλληλος κάποιου, ώστε να βρει περισσότερο χρόνο για τα παιδιά του.

Εργάζεται πλέον σε μέρος που κυκλοφορούν περισσότερα χρήματα από όσα βλέπει κανείς σε μια ολόκληρη ζωή. Ένα 50ρικο αν λείψει δεν θα το καταλάβει κανείς. Προφανώς και δεν είναι κατόρθωμα (αντιθέτως είναι το φυσιολογικό), αλλά η ιδέα δεν κυκλοφορεί καν στο μυαλό του κι αυτό είναι κάτι για κάποιον που έχει κλέψει έστω και μία φορά… Νοιάζεται και αγωνιά για τους φίλους του πολύ πιο ειλικρινά από ό,τι νοιάζονται και αγωνιούν οι κολλητοί που ζουν στην ίδια γειτονιά. Το σημαντικότερο; Δεν έχει κακία μέσα του. Δεν κρίνει, δε βιάζεται να σχολιάσει αρνητικά ακόμα κι όταν του δίνεις το δικαίωμα, είναι πάντα εκεί για σένα και ξέρει να εκτιμά.

Ο Γιώργος ήταν πρεζάκιας. Σαν αυτούς που περνάς από δίπλα τους και τους κοιτάζεις αδιάφορα. Αυτούς που δεν τους υπολογίζεις και τους θεωρείς τελειωμένους. Αυτούς που όταν τους βρεις μπόσικους, τους κλωτσάς στο κεφάλι, ακριβώς γιατί ξέρεις ότι δεν μπορούν να σε βλάψουν. Ότι είναι ακίνδυνοι. Ο Γιώργος είχε την ατυχία να μεγαλώσει σε μια χώρα που οι ηρωινομανείς θεωρούνται αποβράσματα και δεν έχουν καμία βοήθεια από το κράτος.

Είχε όμως και την τύχη, να μεγαλώσει με δυο γονείς πολύ περήφανους για να τους νικήσει η όποια πρέζα και η όποια σκέψη «τι θα πει ο κόσμος». Με έναν πατέρα που όταν ο γιος του έβγαλε ολόκληρο τον «Μαραθώνιο» αγώνα στον οποίο συμμετείχαν τοξικομανείς, έσφυζε από υπερηφάνεια.

Ο Γιώργος του 2002 ήταν σχεδόν τελειωμένος. Φλέρταρε καθημερινά με τη σύλληψη και τον θάνατο, έκλεβε και αδιαφορούσε, άθελά του, για τους φίλους του. Ο Θεός του ήταν η πρέζα.

Ο Γιώργος του 2018 είναι πολύ καλύτερος από όλους μας. Έχει πολύ πιο αγνή ψυχή και πολλή περισσότερη αγάπη να προσφέρει. Γιατί ξέρει πολύ καλά ότι στο πρόβλημα μπορεί να βρεθεί ο οποιοσδήποτε. Δεν τον κρίνει, αλλά τον έχει έγνοια. Δεν τον κλωτσά για να τον αποτελειώσει, αλλά απλώνει το χέρι για να βοηθήσει.

Υ.Γ.: Αφορμή γι’ αυτή τη… βιωματική ιστορία δεν αποτέλεσε το λιντσάρισμα εις βάρος του Ζακ Κωστόπουλου – που ίσως (κανείς δεν γνωρίζει ακόμα) οδήγησε και στον θάνατό του.
Ή πιο σωστά δεν έδωσε αυτό καθ’ αυτό το ερέθισμα, αλλά -κυρίως- όσα ακολούθησαν. Η αντίδραση μεγάλης μερίδας του κόσμου που μεταφραζόταν σε απόψεις τύπου «πρεζάκιας ήταν, πήγε να κλέψει για τη δόση του, σιγά μην τον λυπηθούμε κιόλας» ή ακόμα χειρότερα «ένας πρεζάκιας λιγότερος».

Ο κανιβαλισμός κατά των αδυνάμων μέσα από την άνεση ενός πληκτρολογίου είναι πολύ εύκολος. Το δύσκολο είναι να αγαπήσεις και τους αδύναμους. Ώσπου να καταφέρεις να φτάσεις εκεί, θυμίσου να μην γίνεις ποτέ σκατόψυχος. Υπάρχουν ήδη πάρα πολλοί…