Γράφει ο ΚΩΣΤΑΣ ΖΟΡΓΙΟΣ

Συνεργάζομαι με τη MP σχεδόν δύο χρόνια και ουδέποτε είχα την ανάγκη να γράψω άρθρο γνώμης, κυρίως γιατί σιχαίνομαι το πρώτο πρόσωπο, όταν πρόκειται για κείμενο σε εφημερίδα. Το κάνω πρώτη φορά και το παρακάτω «σεντόνι» δεν αφορά ούτε στον πρώην Δήμαρχο που έφυγε αφήνοντας πίσω του «Βαγδάτη», ούτε στον Τσίρκα που ήρθε και παραλαμβάνει «Βαγδάτη», ούτε ακόμα ακόμα στον ΧΥΤΑ που, αποδεδειγμένα, μας «καίει» όλους. Αφορά στις πυρκαγιές και τον εφιάλτη που ζούμε από πέρσι…

Στις 23 Ιουλίου 2018 102 άνθρωποι «μαρτύρησαν» για να πάρουμε κάποια μαθήματα. Στο πρώτο «μάθημα» φαίνεται ότι φανήκαμε συνεπείς. Για την ακρίβεια, το κράτος δείχνει να μαθαίνει, αν κρίνει κανείς από τις αντιδράσεις του στις φωτιές που έχουν ακολουθήσει. Πλέον υπάρχει καλύτερη οργάνωση (όχι άρτια, αλλά καλύτερη), μεγαλύτερη συνεργασία φορέων και πολίτη και γίνονται προσπάθειες περαιτέρω βελτίωσης (όποιος κρίνει με κομματικά κριτήρια είναι εκτός θέματος και ουσίας).

Το μεγάλο πρόβλημα, ωστόσο, έγκειται σε δύο τομείς. Ο πρώτος είναι η συχνότητα των πυρκαγιών, η αιτία εκδήλωσής τους και η τιμωρία των εμπρηστών και ο δεύτερος η συμπεριφορά των πολιτών.

Μόνο στο διάστημα τέλη Αυγούστου-αρχές Σεπτεμβρίου, στην ευρύτερη περιοχή εκδηλώθηκαν περισσότερες από δέκα πυρκαγιές. Αν, δε, κρίνουμε από τις συνθήκες, αρκετές εξ αυτών παραπέμπουν σε εμπρησμό. Κι εδώ έρχεται να αναρωτηθεί εύλογα κάποιος γιατί δεν αυστηροποιούνται -και μάλιστα κατά πολύ- οι ποινές όσων συλλαμβάνονται για το συγκεκριμένο αδίκημα. Γιατί δεν αλλάζει το καθεστώς και ο υπαίτιος για τη φωτιά στην Εύβοια για παράδειγμα, δεν μπαίνει μέσα εφ’ όρου ζωής; Είναι τουλάχιστον ασεβές να βάζεις σκόπιμα φωτιά τη στιγμή που πριν από μόλις έναν χρόνο χάθηκαν 102 ψυχές στη δεύτερη πιο φονική πυρκαγιά του αιώνα. Μα πόσο θράσος. Και πόση ηλιθιότητα συγχρόνως να θέτεις σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές, να σκοτώνεις με εφιαλτικό τρόπο ζωάκια και να προκαλείς τεράστια οικολογική καταστροφή…

Ερχόμαστε στο δεύτερο σκέλος. Στο πώς διαχειριζόμαστε εμείς την κατάσταση και την απειλή της φωτιάς.

Από τη μία είμαστε πολύ πιο συνειδητοποιημένοι, τρομαγμένοι και υποψιασμένοι από ότι στο παρελθόν κι αυτό είναι απολύτως λογικό. Το παράλογο θα ήταν να μην είχαμε καμία αλλαγή στη συμπεριφορά μας. Επιπλέον, το αίσθημα της αλληλεγγύης «ξύπνησε» για τα καλά μετά τα περσινά γεγονότα και με το που συμβαίνει κάτι, πρώτο μέλημα των περισσότερων είναι να ειδοποιήσουν τους υπόλοιπους. Πολύ σημαντικό.

Από την άλλη, όμως, υπάρχουν τομείς που παίρνουμε κάτω από τη βάση. Που σε κάνουν να αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν κάποιοι να μην έγιναν ούτε στο ελάχιστο σοφότεροι από όσα τραγικά βιώσαμε. Μια βόλτα στην οδό Ποσειδώνος, στο κομμάτι που ενώνει Άγιο Ανδρέα και Ζούμπερι αρκεί για να πείσει όποιον νιώθει ότι υπερβάλλουμε. Κατασκηνώσεις γεμάτες πευκοβελόνες και πούσια, σωροί σκουπιδιών και εσχάτως σακούλες με συνδυασμό των δύο: πούσια και σκουπίδια και στην άκρη του δρόμου, ώστε να μην ταλαιπωρηθεί ο επίδοξος εμπρηστής… Θα αρκεί ένα απλό πέταγμα τσιγάρου για να γίνει στάχτη μια περιοχή μέσα σε ένα πεντάλεπτο.

Πιστέψτε με, επειδή ζω σε αυτό το κομμάτι, σε ενδεχόμενη φωτιά θα γίνει μακελειό και τα πέντε λεπτά, που προαναφέρω ότι αρκούν για να συντελεστεί μεγάλη καταστροφή, δε συνιστούν υπερβολή. Και μη σας ξεγελά το γεγονός ότι η προηγούμενη φωτιά που εκδηλώθηκε στο ΦΟΣ στο Ζούμπερι έσβησε αμέσως. Αυτό έγινε επειδή έτυχε να κινούνται κοντά στο σημείο δεκάδες πυροσβεστικά και αεροσκάφη λόγω της φωτιάς στον Μαραθώνα.

Πού καταλήγουμε; Συν Αθηνά και χείρα κίνει. Καλό και αναγκαίο να απαιτούμε από το κράτος να έχει αντανακλαστικά και να μας εξασφαλίζει ασφάλεια, αλλά τι να περιμένει κανείς αν εμείς οι ίδιοι δεν φροντίζουμε ώστε να μειώσουμε τον κίνδυνο στο ελάχιστο δυνατό. Η μέρα που όλα θα λειτουργούν στην εντέλεια θα αργήσει να έρθει, αν τελικά έρθει ποτέ δεδομένου ότι ζούμε στην Ελλάδα. Τουλάχιστον ας κάνει ο καθένας μας ό,τι καλύτερο μπορεί για να πάψουμε να ζούμε με αυτό το άγχος κάθε καλοκαίρι…