
Ο Δημοσθένης και η Νότα Δαμιανού με μια φίλη τους επιστρέφουν με τον αγιασμό από την Εκκλησία (δεκαετία ’50)
Της Δέσποινας Δαμιανού
Από του Αγίου Φιλίππου, στις 14 Νοεμβρίου ξεκινά το Σαραντάμερο μαζί και η νηστεία των Χριστουγέννων που καταλήγει στις 24 Δεκεμβρίου. Οι παλιοί Μακρηνοί τηρούσαν με ευλάβεια τις παραδόσεις.
Οι μανάδες που ήταν επιφορτισμένες με τη διατροφή της οικογένειας, μαγείρευαν όσπρια, λαχανικά, ετοίμαζαν κατημέρια και «περέκια» (μπουρέκια) με χόρτα και ξόδευαν σιγά-σιγά τις προμήθειες του καλοκαιριού, πετιμέζι, ρετσέλια, ξηρούς καρπούς, ελιές. Η νηστεία παράλληλα με τη διατροφική κάθαρση εκπαίδευε σε πειθαρχία και περιορισμούς.
Το σπίτι ετοιμαζόταν να είναι πεντακάθαρο και γιορτινό. «Καθάριζαν, έτριβαν τα σανιδένια πατώματα, όπου υπήρχαν, με μυρτιές που τις έβραζαν σε νερό και έπλεναν τα σανίδια που μοσχοβολούσαν. Οι πόρτες, τα παράθυρα καθαρίζονταν και οι μάντρες ασβεστώνονταν. Τα κουρτινάκια άσπρα με δαντελίτσα με τη βελόνα στο επάνω μέρος της πόρτας με τζάμι, αυτά έπρεπε όλα να πλυθούν, να σιδερωθούν και να κρεμαστούν καθαρά.
Μόλις έμπαινε ο Δεκέμβριος πηγαίναμε τα παιδάκια και βρίσκαμε ένα δέντρο, εδώ στο Κοράλλι, που είχε αγκαθωτά φύλλα κι έκανε κόκκινους μικρούς καρπούς. Τα φύλλα του είχαν δύο χρώματα πράσινου, ένα γυαλιστερό σκούρο κι ένα ασημί. Κόβαμε από αυτό ένα κλαδί που το διαλέγαμε να έχει κορυφή, να ‘ναι φρέσκο, το φέρναμε στο σπίτι, το στερεώναμε σ’ ένα κουτί με άμμο, το στολίζαμε με βαμβάκι και μια Γέννηση του Χριστού χάρτινη και με τα χρυσά από τα φοντάν τυλίγαμε τα μπαλάκια. Τι ωραία που φαινόταν το βράδυ!», αφηγείται η Δέσποινα Μαυρίκου.
Οπωσδήποτε στο σπίτι, ακόμα και στο πιο φτωχό, υπήρχαν τέτοιες μέρες καρύδια, αμύγδαλα, ξερά σύκα. Στις επισκέψεις συγγενών και φίλων κερνούσαν μπακλαβά, κουραμπιέδες, ξηρούς καρπούς και ρακί ή ούζο και αργότερα φοντάν. Τα παιδιά περίμεναν με ανυπομονησία τα Χριστούγεννα για να φάνε τα «φοινίκια» (μελομακάρονα) και τους «κουρπαγιάδους», τους κουραμπιέδες δηλαδή, όπως τους έλεγαν οι Μακρηνοί. Τα Κάλαντα τα έλεγαν την παραμονή το βράδυ οι μεγάλοι κι όχι τα παιδιά. Αργότερα η κατάσταση πέρασε στα παιδιά και …μελλοντικά ποιος ξέρει;
Η πρώτη μέρα του χρόνου θεωρούνταν πάντα σημαδιακή για τη χρονιά που ξεκινούσε. Όλοι επιδίωκαν ο νέος χρόνος να ξεκινήσει με χαρές, κεράσματα, δώρα στη φύση, στο σπίτι, στον άνθρωπο, γιατί πίστευαν ότι μπορούσε να συνεχίσει με τον ίδιο τρόπο. Οι Μακρηνοί, τόσο στην παλιά Μάκρη όσο και στη Νέα, συνήθιζαν να κρεμούν κρεμμύδα έξω από το σπίτι κι έτσι νωρίς-νωρίς πήγαιναν στο βουνό και διάλεγαν μία, συνήθεια που διατηρείται ακόμη.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς οι άντρες έπαιζαν χαρτιά στα καφενεία για να διερευνήσουν την τύχη τους. Τα τραπέζια στήνονταν αφού έκλειναν τα μαγαζιά και το «λασκινέ» έδινε κι έπαιρνε. Ανήμερα το πρωί η νοικοκυρά του σπιτιού ήθελε να τους κάνει ποδαρικό ένας άνθρωπος καλότυχος και χαρούμενος, συνήθως παιδί. «Σκοτώνονταν όλοι να πάρουν τον αδελφό μου τον Σταύρο για ποδαρικό στη γειτονιά», λέει ο Στέλιος Δημητριάδης «και είχε τα τυχερά του, δωράκια, χρήματα, γλυκά».
Παλιά δεν έκαναν βασιλόπιτα, αλλά ένα ψωμί με βούτυρο το οποίο στόλιζαν στην επιφάνεια με κορδόνια από ζυμάρι που σχημάτιζαν σταυρό. Νόμισμα δεν έβαζαν στην αρχή αλλά πολύ αργότερα, πιθανώς γύρω στο ‘50.
Τα μαγαζιά είχαν παραπάνω δουλειές. Ο Τρέμπελης, ο Λουίζος, ο Βαλάσης μετέφεραν με τα φορτηγά τους από την Αθήνα τις παραγγελίες. Το αφεντικό του μαγαζιού και ο βοηθός, πολύ συχνά τα αγόρια του ιδιοκτήτη, τακτοποιούσαν τα εμπορεύματα στο μαγαζί. Οι νοικοκυρές έκαναν τα ψώνια νωρίς. Το παλιό κρεοπωλείο του Βαζάνα στην πλατεία της Νέας Μάκρης, τουλάχιστον τρεις γενιές κρεοπώλες, γέμιζε με αρνάκια, κατσίκι και μοσχάρι, όπως μας λέει ο Παν. Βαζάνας. «Πιο πολύ ζήτηση είχε το αρνάκι.
Το χοιρινό δεν το ζητούσαν. Αργότερα, γύρω στο ‘70 άρχισε να ζητιέται. Τα ζώα τα αγοράζαμε από τις μάντρες στην Ανατολή, στο Γεροτσακούλι, αργότερα φέρναμε ζώα από την Εύβοια, την Άνδρο, το Αγ. Όρος, τα Τρίκαλα, όπου βρίσκαμε καλά». Στην αρχή το ψήσιμο γινόταν στον σπιτικό φούρνο ή στο τζάκι, στην πυροστιά, κι αργότερα τα ταψιά με το φαγητό της οικογένειας πήγαιναν στον φούρνο.
Τα Θεοφάνεια κατέβαιναν όλοι στη θάλασσα να ρίξουν τον σταυρό. Ο κόσμος μαζευόταν στο Λιμανάκι, όπου και σήμερα ρίχνουν τον σταυρό και γίνεται το αδιαχώρητο. Άλλοι από τη στεριά να παρακολουθούν κι άλλοι μέσα σε βάρκες.
Οι νέοι ετοιμάζονταν με το «εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε…» να πέσουν στο νερό. Όποιος έπιανε τον σταυρό, έπαιρνε την ευλογία του ιερέα και αφού ντυνόταν, έβαζε τον σταυρό σ’ έναν μεταλλικό δίσκο με μυρτιές και μαζί με κάνα φίλο του γύριζαν τα σπίτια της Μάκρης για να προσκυνήσουν όσοι δεν είχαν μπορέσει να παρευρεθούν στην τελετή, άρρωστοι, υπερήλικες, παιδάκια. Προσκυνούσαν κι έριχναν μερικά χρήματα στον δίσκο για τον νέο που έπιασε τον σταυρό και που πολύ συχνά ήταν φαντάρος. Αυτή η περιφορά του σταυρού στα σπίτια αποτελούσε παλιά μικρασιατική συνήθεια από τη Μάκρη.
Ένα πλήθος διαφορετικών εθίμων και συνηθειών, πολύ παλιών, που έχουν ως στόχο να εξασφαλίσουν την καλοχρονιά, την υγεία και την καλή παραγωγή των υλικών αγαθών, διασώζονταν μέχρι περίπου το ‘70.
Στην εποχή μας το νόημα αυτών των συνηθειών δεν αναγνωρίζεται πια, οι συνήθειες επαναλαμβάνονται σχεδόν μηχανικά, γλυκά αγοράζονται έτοιμα, το σπίτι καθαρίζεται από βοηθούς, ο κόπος είναι μικρότερος αλλά όλοι αισθάνονται σαν μικρά παιδιά όταν το σπίτι μυρίζει από τα μελομακάρονα που ψήνονται, όταν το βλέμμα πέφτει στη φάτνη ή τα πράσινα κλαδιά από τον κήπο ή το ύπαιθρο, κι όταν ανταμώνουν γύρω από το γιορταστικό τραπέζι που ετοίμασε η μάνα.
Και του χρόνου!















































