Γράφει η δικηγόρος Μαργαρίτα Θάνου

Έχουν ήδη περάσει 8 χρόνια από όταν η Ελένη Τοπαλούδη εντοπίσθηκε βιασμένη και άγρια δολοφονημένη στη Ρόδο. Οι θύτες (Μανώλης Κούκουρας και Αλέξανδρος Λούτσαϊ) καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη και 15 χρόνια έκαστος για ομαδικό βιασμό και ανθρωποκτονία από πρόθεση χωρίς ελαφρυντικά δυνάμει των ισχυουσών διατάξεων του ΠΚ.

Η υπόθεση αυτή υπήρξε η αφορμή, ώστε ο όρος γυναικοκτονία να χρησιμοποιηθεί ευρύτερα στη χώρα μας. Λίγα χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 2021, η Εισαγγελία του Ανώτατου Ακυρωτικού μας εξέδωσε σπουδαίας σημασίας εγκύκλιο προς τους Εισαγγελείς Πρωτοδικών της χώρας επισημαίνοντας την ανάγκη εξάντλησης των προβλεπομένων ποινών και περιοριστικών όρων στα αδικήματα έμφυλης βίας. Με τον τρόπο αυτό και παρά τη μη πρόβλεψη του εν λόγω όρου στο πλαίσιο του ποινικού μας συστήματος, για πρώτη φορά με έναν τόσο επίσημο τρόπο αναφέρεται η γυναικοκτονία ως διακριτό αδίκημα το οποίο αποτελεί αποκορύφωση ενός μοτίβου συνεχούς βίας.

Είναι σαφές ότι δεν είναι όλες οι ανθρωποκτονίες με θύματα γυναίκες, γυναικοκτονίες. Στη συντριπτική πλειοψηφία των εν λόγω περιστατικών, τη γυναικοκτονία διαπράττει ο σύζυγος/σύντροφος/πρώην σε μια απόλυτη συνέχεια και συνέπεια της κακοποιητικής σχέσης του με το θύμα. Ο θύτης επιλέγει να σκοτώσει το θύμα του ακριβώς επειδή είναι γυναίκα. Συνεπώς, καθίσταται ξεκάθαρο ότι ο ειδικός όρος γυναικοκτονία μπορεί και πρέπει να θεσπισθεί επισήμως, για να καλύψει επαρκώς την έμφυλη διάσταση του εν λόγω εγκλήματος, ήτοι της ακραίας βίας με κίνητρο τον σεξισμό, καθώς ο γενικός όρος ανθρωποκτονία αδυνατεί να φωτίσει επαρκώς τα αίτια του φαινομένου και άρα να τα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά.

Νομικά εργαλεία υπάρχουν ήδη πολλά. Το 2017 υπεγράφη από την ΕΕ η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας («Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης») με τον όρο «βία κατά των γυναικών» να νοείται ως παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ως μορφή διάκρισης κατά των γυναικών συμπεριλαμβάνοντας τη βία η οποία στρέφεται εναντίον μιας γυναίκας λόγω του ότι είναι γυναίκα.

Επιπροσθέτως, η Ελλάδα δεν εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία κατά την πρόσφατη ενσωμάτωση με τον ν. 5172/2025 της Οδηγίας (EE) 2024/138540 για την αντιμετώπιση νέων μορφών έμφυλης βίας, καθώς δεν ενσωματώσαμε την ποινική τυποποίηση της γυναικοκτονίας, ενώ στην Οδηγία η γυναικοκτονία συγκαταλέγεται στα εγκλήματα που εμπίπτουν στον ορισμό της βίας κατά των γυναικών.

Η ποινική τυποποίηση της γυναικοκτονίας είναι επιβεβλημένη τώρα παρά ποτέ, ώστε να αναδειχθεί η κοινωνική και έμφυλη διάσταση των δολοφονιών. Τόσο σε συμβολικό όσο και σε ουσιαστικό επίπεδο είναι αναγκαίο να αναγνωριστεί νομοθετικά το φαινόμενο και να τιμωρούνται οι θύτες ανάλογα.

Η αρμόζουσα αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου δεν διαχωρίζει ως υποδεέστερες τις γυναίκες, όπως πρόσφατα ακούστηκε από επικεφαλής κόμματος, αλλά, συνιστά θετικό μέτρο προς την αντιμετώπιση της βίας που εκδηλώνεται ως αποτέλεσμα χρόνιων ανισοτήτων. Η νομική αναβάθμιση της γυναικοκτονίας ως επιβαρυντικής περίπτωσης ανθρωποκτονίας από πρόθεση ή ως ιδιώνυμου εγκλήματος είναι απολύτως σημαντική, γίνεται αδήριτη ανάγκη και το αίτημα να αντιμετωπισθεί το φαινόμενο της βίας εναντίον των γυναικών, το οποίο έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις είναι πλέον διαρκές.

Η ένταξη της γυναικοκτονίας ως διακριτού ποινικού αδικήματος στο πλαίσιο του δικαιικού μας συστήματος, θα αναδείξει τη σημασία της πράξης, ενσωματώνοντας όλες τις έμφυλες παραμέτρους και την προσβολή της ανθρώπινης ζωής. Παράλληλα, με τον τρόπο αυτό θα ενισχυθεί σημαντικά η συστηματική καταγραφή των περιστατικών η οποία και θα αποτελέσει το κύριο εργαλείο για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, τα οποία θα καθοδηγήσουν την Πολιτεία στη δημιουργία αποτελεσματικών μηχανισμών πρόληψης οι οποίοι επί του παρόντος απουσιάζουν. Το νομοθετικό έδαφος για την τυποποίηση της γυναικοκτονίας και την αναγνώριση του χαρακτήρα της είναι ήδη υπαρκτό. Ας τολμήσουμε να το ενεργοποιήσουμε.

Προηγούμενο άρθροΈνα τρομερό κατασκευαστικό φιάσκο 110 εκατ. ευρώ – Έφτιαξαν δρόμο που δεν οδηγεί πουθενά