Γράφει ο Ιερώνυμος Βοσκάκης

Η μόλυνση από τους ιούς των ανθρώπινων κονδυλωμάτων (HPV – Human Papilloma Viruses), είναι σήμερα το πιο συχνό σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα. Υπολογίζεται ότι η πιθανότητα ενός (σεξουαλικά ενεργού) ατόμου να μολυνθεί από κάποιους τύπους του ιού μέχρι τα 50 έτη είναι περίπου 80-90%.

Η σεξουαλική επαφή (κολπική ή πρωκτική, ιδιαίτερα χωρίς προφυλακτικό) αποτελεί τον ευκολότερο και συχνότερο τρόπο μετάδοσης. Άλλοι τύποι σεξουαλικής επαφής (τριβή των γεννητικών οργάνων με το χέρι ή μεταξύ τους, στοματο-γεννητική επαφή), θεωρούνται σπανιότεροι τρόποι μετάδοσης.

Οι διάφοροι τύποι HPV μπορεί να παραμείνουν στο σώμα μας επί εβδομάδες, μήνες ή και πολλά χρόνια, μετά από την αρχική μόλυνση.

Οι αλλοιώσεις που προκαλούνται δεν φαίνονται με γυμνό μάτι. Υποχωρούν όταν το ανοσοποιητικό μας σύστημα κατορθώσει να τους καταστείλει και επανεμφανίζονται, εάν το ανοσοποιητικό μας σύστημα εξασθενήσει (λόγω στρες, λήψης ορισμένων φαρμάκων, κ.α.). Επομένως η ανεύρεση της μόλυνσης  σημαίνει απλώς ότι μολυνθήκαμε σε κάποια φάση της ζωής μας. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με ακρίβεια πότε και από ποιόν. Επίσης κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ποιος κόλλησε ποιόν (εκτός από την περίπτωση που κάποιος εκ των δύο δεν είχε προηγούμενη σεξουαλική ζωή).

Από τους 150 διαφορετικούς γονότυπους HPV  που έχουν ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα, περίπου 40 μολύνουν την περιοχή του κατώτερου γεννητικού συστήματος και του πρωκτού. Μερικοί από αυτούς (όπως οι τύποι 6 και 11), αναφέρονται ως χαμηλού κινδύνου και προκαλούν κατά κανόνα καλοήθεις αλλοιώσεις (οξυτενή κονδυλώματα). Αντίθετα, περίπου 15 τύποι (με συνηθέστερους τους 16 και 18), αναφέρονται ως υψηλού κινδύνου και μπορούν να οδηγήσουν σε καρκίνο σε ποσοστό 70%.

Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας, αναπτύσσεται στον τράχηλο, το κατώτερο τμήμα της μήτρας που προβάλλει στον κόλπο, και αποτελεί τον δεύτερο σε συχνότητα εμφάνισης γυναικολογικό καρκίνο παγκοσμίως έπειτα από εκείνον του μαστού.

Στην Ευρώπη, κάθε χρόνο 35.000 γυναίκες εμφανίζουν τη νόσο με καταγεγραμμένους 15.000 θανάτους (στην Ελλάδα καταγράφονται 580 νέα περιστατικά ετησίως και 240 θάνατοι). Είναι εντυπωσιακό ότι, ακόμα και σήμερα, κάθε ώρα χάνουν τη ζωή τους περίπου τρεις νέες γυναίκες από τον συγκεκριμένο καρκίνο.

Η μόλυνση από μόνη της δεν αρκεί για να οδηγήσει σε καρκίνο. Πρέπει να συνυπάρξουν πολλοί άλλοι δυσμενείς παράγοντες (πλημμελής λειτουργία ανοσοποιητικού συστήματος, γενετική προδιάθεση, κάπνισμα). Το ευτύχημα είναι, ότι εμφανίζονται πρώτα προκαρκινικές αλλοιώσεις (CIN-2, 3 ή HSIL), οι οποίες είναι ανιχνεύσιμες με τα μέσα που διαθέτουμε (τεστ Παπανικολάου, HPV-DNA test, κολποσκόπηση) και όταν εντοπιστούν, αφαιρούνται.

Ο τακτικός γυναικολογικός έλεγχος επιτρέπει την έγκαιρη διάγνωση της μόλυνσης και την κατάλληλη αντιμετώπισή της.

Ο εμβολιασμός, με τα δύο ως τώρα διαθέσιμα εμβόλια, αποτελεί παγκοσμίως το μοναδικό μέσο πρόληψης και είναι χρήσιμος όταν χρησιμοποιηθεί πριν από την έναρξη των σεξουαλικών επαφών και προτού μία γυναίκα μολυνθεί. Όλα τα κορίτσια και οι νεαρές γυναίκες ηλικίας 15 – 26 ετών μπορούν να εμβολιάζονται. Υπάρχουν και άλλοι HPV τύποι υψηλού κινδύνου οι οποίοι δεν εμπεριέχονται στα δύο αυτά εμβόλια. Γίνεται λοιπόν προφανές γιατί, παρά τον εμβολιασμό, δεν πρέπει ποτέ να παραλείπεται ο ετήσιος έλεγχος με το τεστ Παπανικολάου.

Η επιτυχία της αντιμετώπισης του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας και η μείωση της συχνότητας του στα επόμενα χρόνια θα προέλθει μόνο από τον επιτυχημένο συνδυασμό εφαρμογής του εμβολίου και μεθόδων πρώιμης διάγνωσης και αντιμετώπισης.

Προηγούμενο άρθρο2Bparks – Territorial Workshop
Επόμενο άρθροΓια τους ανέργους μας, έως 29 ετών!