
Γράφει ο Νίκος Τουρούκης, Ειδικός Παθολόγος
Με αφορμή την έξαρση ιλαράς, που εμφανίζεται στη χώρα μας το τελευταίο διάστημα, είναι χρήσιμο να θυμηθούμε κάποια πράγματα για τη νόσο και να μάθουμε τις κατευθυντήριες οδηγίες από το ΚΕΕΛΠΝΟ.
Η ιλαρά είναι ένα σοβαρό εξανθηματικό νόσημα. Οφείλεται στον ομώνυμο ιό και εμφανίζεται με υψηλό πυρετό, καταρροϊκά φαινόμενα, επιπεφυκίτιδα και χαρακτηριστικό εξάνθημα. Το εξάνθημα μοιάζει με κοκκινωπές κηλίδες στο δέρμα, εμφανίζεται και πίσω από τα αυτιά, δεν έχει ιδιαίτερο κνησμό (φαγούρα) και διαρκεί δύο έως τέσσερις ημέρες.
Είναι ιδιαίτερα μεταδοτικό νόσημα, αφορά κυρίως παιδιά μικρότερα των πέντε ετών και έχει σοβαρές επιπλοκές, όπως πνευμονία, ωτίτιδα, εγκεφαλίτιδα (1 στα 1000 παιδιά), βλάβη οπτικού ή ακουστικού νεύρου, αλλά ακόμη και θάνατο (1 στα 5000 παιδιά). Φυσικά, οι περισσότεροι νοσούντες γίνονται απόλυτα καλά σε λίγες ημέρες.
Το εμβόλιο της ιλαράς άρχισε να κυκλοφορεί στη χώρα μας το 1970. Μέχρι τότε, η νόσος ήταν κατά κάποιο τρόπο «υποχρεωτική παιδική» από την οποία, θεωρητικά, νοσούσαν όλοι. Γι’ αυτό και με βάση τις οδηγίες του ΚΕΕΛΠΝΟ, άτομα που έχουν γεννηθεί προ του 1970, θεωρούνται πως έχουν φυσική ανοσία και δε χρήζουν εμβολιασμού.
Από το 1970 έως το 1991, ο εμβολιασμός περιελάμβανε μία δόση MMR εμβολίου. Μελέτες κατέδειξαν, ότι η μία δόση κάλυπτε το 95% περίπου των εμβολιασμένων, κι έτσι από το 1991 προσετέθη και δεύτερη δόση που προσέφερε κάλυψη στο 99%.
Άρα, υπάρχουν πολλοί γεννηθέντες μετά το 1970 που δεν έχουν νοσήσει και είτε δεν έχουν εμβολιαστεί καθόλου είτε με μία μόνο δόση. Όσοι, λοιπόν, δεν έχουν εμβολιαστεί καθόλου πρέπει να εμβολιαστούν με δύο δόσεις σε μεσοδιάστημα δύο μηνών και όσοι έχουν, ατελώς, εμβολιαστεί -έχουν δηλαδή δεχθεί μία δόση- οφείλουν να πάρουν και τη δεύτερη.
Σε άτομα που έχουν γεννηθεί μετά το 1970 και δεν έχουν ιστορικό νόσου ούτε γνωρίζουν αν έχουν εμβολιαστεί στο παρελθόν (απώλεια βιβλιαρίου εμβολιασμών), συστήνεται αντισωματικός έλεγχος για ιλαρά. Σε περίπτωση ανεπαρκούς τίτλου αντισωμάτων, συστήνεται εμβολιασμός σε δύο δόσεις, με μεσοδιάστημα ενός με δύο μηνών.
Όσοι, τώρα, από τους παραπάνω δεν επιθυμούν ή δεν μπορούν να κάνουν αντισωματικό έλεγχο, καλό θα είναι να εμβολιαστούν και αυτοί. Ο εμβολιασμός ήδη ανοσοποιημένων ατόμων δεν αποτελεί αντένδειξη. Αντένδειξη για το εμβόλιο είναι η ανοσοκαταστολή (π.χ. HIV λοίμωξη, κακοήθεια), η κύηση και η αλλεργία στο ασπράδι του αυγού. Μετά από μετάγγιση αίματος κι εμπύρετο νόσημα, ο εμβολιασμός αναβάλλεται.
Το εμβόλιο είναι ΑΣΦΑΛΕΣ, ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟ και, σε ό,τι αφορά στα παιδιά, θα πρέπει όλοι οι γονείς να ακολουθήσουν τις συμβουλές του παιδίατρου.

















































