Γράφει η Άννα Γιαννικάκη

2011. Δεκαεπτά χρονών παληκαράκι, σε μια ηλικία πολύ ξέγνοιαστη και τρυφερή, αναγκάστηκε να ωριμάσει και να ενηλικιωθεί απότομα. Αιτία ένας χωρισμός, αφορμή ένα σκυλί.

Άσχημο το διαζύγιο των γονιών, όπως συχνά συμβαίνει όταν δύο ενήλικες δεν βρίσκουν τρόπο και κίνητρο να συνεννοηθούν. Ελάχιστη η παρουσία του πατέρα στα καθημερινά, στα λιγότερο σημαντικά και στα πολύ δύσκολα. Μοναχική η ζωή του μικρού Κωστή και με μόνη του συντροφιά τον Ευτύχη, ένα ποιμενικό κουτάβι που για αυτόν ήταν στόχος, λατρεία, όνειρο ζωής.

Η μητέρα, νέα και αυτή, απέκτησε σύντροφο. Χωρίς πολλές επιλογές η ίδια αλλά με μεγάλη ακίνητη περιουσία που έδινε μια ασφάλεια για το μέλλον. Ο σύντροφος, η ελπίδα πως η παράσταση συνεχίζεται με άλλους πρωταγωνιστές αλλά εξίσου όμορφα και συναρπαστικά για την ίδια, τον γιο της και το κουτάβι του.

Έτσι του εμπιστεύτηκε τα ακίνητα της προκειμένου να τα εκμεταλλευτούν για την οικονομική άνεση και σιγουριά. Αυτή ήταν και η λάθος κίνηση για το μέλλον της οικογένειας . Ο «σύντροφος» την εξαπάτησε, καταχράστηκε τα ακίνητα και σε μια νύχτα η μητέρα τα έχασε όλα. Από την άνεση πέρασαν στην ανέχεια, από την ελπίδα στην απελπισία. Απόγνωση. Κάποια στιγμή στο ζοφερό τους τότε παρόν ήρθε και η σκληρή απόφαση: να δοθεί ο Ευτύχης αλλού γιατί δεν υπήρχαν χρήματα ούτε για την τροφή του.

Ο Κωστής δεν ήθελε ούτε να διανοηθεί να δώσει το κουτάβι του για τις λάθος επιλογές των άλλων. Ήθελε να κάνει τις δικές του επιλογές, να είναι ο ίδιος να είναι υπεύθυνος για αυτές, να ορίσει το μέλλον του. Και το μέλλον του Ευτύχη.

Πείσμα. Δύναμη. Αποφασιστικότητα. Θάρρος. Γενναία μα τρυφερή καρδιά. Αυτά ήταν τα καύσιμα του Κωστή για την είσοδο του στην ενηλικίωση.

Έπιασε πρόχειρη δουλειά στο Μοναστηράκι για να τα καταφέρουν ο ίδιος και ο σκύλος του. Δούλεψε πολύ, επτά μέρες τη βδομάδα στην πιο τρυφερή και ανέμελη του ηλικία. Χωρίς καφέ, χωρίς μπύρες, χωρίς σχέση, χωρίς φίλους. Πού να χωρούσαν και αυτά; Μόνο παρεάκι ο σκύλος του σε ένα κόσμο που για καιρό ήταν στο σκοτάδι.

Κάπως έτσι, με το μυαλό και τα χέρια, με την καρδιά και την πυγμή άνοιξε δρόμους εκεί που η ανέχεια φαινόταν ως μονόδρομος και αδιέξοδο. Σε μικρό διάστημα και κάνοντας πολλές οικονομίες όταν οι φίλοι του διασκέδαζαν, νοίκιασε σπίτι για τον ίδιο και τον Ευτύχη. Ο ποιμενικός ήταν πάντα έννοια του, δεν είχε να σκεφτεί για έναν αλλά για δύο. Κι εκείνος με τη σειρά του, λες και ήξερε, δεν ζητούσε πολλά. Μόνο την αγάπη, την προσοχή του και μια βόλτα κάθε που έβρισκε χρόνο ο Κωστής.

Δεν τους είχε χαριστεί η ζωή, δεν τους στρώθηκε κανένα κόκκινο χαλί, αλλά καθημερινά έδιναν τη μάχη του. Κάπως έτσι ο Κωστής και ο Ευτύχης μεγάλωσαν και ψήθηκαν μαζί.

2024. Δεκατρία χρόνια μετά. Δεν τα κατάφεραν απλώς. Άγγιξαν την ολοκλήρωση και την ευτυχία. Ο Κωστής έφτασε τα τριάντα. Χειρίζεται μια δική του, ακμαία επιχείρηση που αναπτύσσει συνέχεια και διακαώς.

Ο Ευτύχης, στα δεκατέσσερα πια, γεροντάκος, με ασπρισμενο μουσουδι παραμένει κοντά του πανευτυχής. Ήρθαν μαζί και οι σχέσεις, ήρθαν και οι φίλοι, οι παρέες, η μουσική, τα ταξίδια και οι εκδρομές.

Δεν αποχωρίστηκαν ποτέ. Οι αγαπημένες τους διακοπές είναι σε σκηνή δίπλα στη θάλασσα. Αχώριστοι γυρίζουν την Ελλάδα κι ας γεμίζει τρίχες το αυτοκίνητο κι ας στραβοκοιτάζουν κάποιοι περίεργοι επειδή «ο σκύλος σας μπαίνει στη θάλασσα». Ο Ευτύχης, γεμάτος ευγνωμοσύνη έχει λατρεία για τον ” πατέρα” του, πίστη και αφοσίωση μοναδική. Τήρησαν τη συμφωνία που έκαναν σε εκείνη την πρώτη τους συνάντηση: «δε θα σε προδώσω ποτέ».

Είχα την τύχη και το προνόμιο να γνωρίσω αυτό το σπουδαίο παιδί. Με συγκίνησε. Με δίδαξε τόσα αν και σε ηλικία που λίγα έχω ακόμη να διδαχθώ. Με έκαναν και οι δύο τους να πιστέψω στο «για πάντα και παντός καιρού».

Προηγούμενο άρθροΗ απίθανη ιστορία της Lancia που έμεινε παρατημένη επί 47 χρόνια στο ίδιο σημείο και τελικά έγινε αξιοθέατο
Επόμενο άρθροΗ χώρα που είχε τη δική της ζώνη ώρας επί 36 χρόνια